Το καμπαναριό.

ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

Το Αρχείο της Μονής, το οποίο, κατά το μεγαλύτερο Μέρος του ιστορικού της βίου, φυλασσόταν στον Πύργο, αποτελείται από 670 ελληνικά έγγραφα, 480 οθωμανικά και ένα ρουμανικό, μη συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου αριθμού των οικονομικής φύσεως εγγράφων που αφορούν στα Κελλιά που υπάγονταν στη Μονή ή στις δοσοληψίες των πατέρων της από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και εντεύθεν. Η δημιουργία αρχείου ήταν για τη Μονή Παντοκράτορος, όπως και για τις άλλες αθωνικές Μονές, πράξη θεμελιώδους σημασίας, γιατί μόνο με τη διαφύλαξη των πρωτοτύπων δωρητηρίων και επικυρωτικών εγγράφων ή των αντιγράφων τους ήταν δυνατή η προστασία της περιοχής και των μετοχίων της από καταπατήσεις.
Παρά τις περιπέτειες που γνώρισε κατά περιόδους, εξαιτίας εκτάκτων γεγονότων, όπως η καταστροφική πυρκαγιά του 1392, ή των ιστορικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το αρχείο της Μονής συνέχισε να εμπλουτίζεται με έγγραφα, ενώ δεν σταμάτησαν και οι προσπάθειες για την ορθολογικότερη οργάνωσή του, τόσο κατά τον 16/17ο αιώνα όσο και κατά τον 18/19ο. Κατά τους τελευταίους μάλιστα αιώνες της Τουρκοκρατίας πραγματοποιήθηκε η μετάφραση των αρχικών, ιδρυτικών εγγράφων της Μονής, του 14ου αιώνος, ενώ από τα μέσα του 18ου αιώνα ο όγκος του αρχείου αυξήθηκε με τη συμπερίληψη ενός μεγάλου αριθμού εγγράφων οικονομικού κυρίως χαρακτήρα (χρεωστικά ομόλογα, συμβάσεις κ.ά.), καθώς και με την επίσημη αλληλογραφία της Μονής.
Μία σημαντική εργασία για την ταξινόμηση των εγγράφων του Αρχείου πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνος από την τριμελή «Επιτροπή επί της ταξινομήσεως του Αρχείου της Μονής», η οποία αποτελούνταν από τους προηγουμένους Ιωακείμ και Αλέξιο και τον αρχιμανδρίτη Αθανάσιο. Η Επιτροπή εργάστηκε συστηματικά και ολοκλήρωσε το έργο της στις 29 Ιουλίου 1926, με την ταξινόμηση και καταγραφή των εγγράφων εκείνων, που αφορούσαν στην «ελευθερίαν της μονής και την κατοχήν, νομήν και εν γένει ιστορίαν» των μετοχίων της μέχρι το 1926. Ο κατάλογος αυτών των εγγράφων, ο οποίος καταχωρήθηκε στον Κώδικα 4 και επιγράφεται «Κώδιξ του Αρχείου. Ιερά Μονή Παντοκράτορος», αποτελείται από 24 ενότητες, με κριτήριο τη γεωγραφική κατανομή των μετοχίων της Μονής, και θεωρείται πρωτοποριακός για την εποχή του.

Σκεπαστός διάδρομος.

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Η Βιβλιοθήκη της Μονής, αποτελούμενη από περίπου 450 χειρόγραφα και περισσότερα από 3500 έντυπα βιβλία, στεγάζεται σήμερα στον δεύτερο όροφο του ανακαινισμένου Πύργου. Στη Μονή μαρτυρείται η λειτουργία βιβλιογραφικού εργαστηρίου ευθύς αμέσως μετά την ίδρυσή της, γεγονός που πιστοποιείται και από τις ειδικά διαμορφωμένες κόγχες στον Πύργο, που εξυπηρετούσαν την εργασία ενός κωδικογράφου. Η λειτουργία του υπήρξε άλλοτε συστηματική και άλλοτε σποραδική, αναλόγως με τις ιστορικές συγκυρίες. Κατά τον 16ο αιώνα στην παντοκρατορινή Καλύβη του Αγίου Βασιλείου στην Καψάλα συνέχισε το βιβλιογραφικό του έργο ο όσιος Θεόφιλος ο μυροβλύτης, κατά την τελευταία περίοδο του βίου του. Η Βιβλιοθήκη της Μονής διαθέτει σήμερα αρκετά σπάνια, εξαιρετικής τέχνης και σπουδαιότητας βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα. Αξίζει να σημειωθεί ότι 68 κώδικες είναι περγαμηνοί, ενώ φυλάσσονται και τρία περγαμηνά ειλητάρια του 14ου αιώνος, καθώς και τέσσερις βομβύκινοι κώδικες. Φυλάσσονται επίσης 9 αραβικά χειρόγραφα και μερικοί ρουμανικοί μουσικοί κώδικες. Μνημονεύουμε ιδιαιτέρως: α) το περγαμηνό Ψαλτήριο αρ. 61, ένα από τα ελάχιστα (σώζονται τρία σε ολόκληρο τον κόσμο) εικονογραφημένα Ψαλτήρια της εικονομαχικής περιόδου (α´ ήμισυ του 9ου αιώνος), με παλίμψηστο κείμενο και 97 παρασελίδιες μικρογραφίες, με θεματολογία από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, που αντιπροσωπεύουν ένα πρώιμο είδος μεταεικονομαχικής βυζαντινής τέχνης, η οποία χαρακτηρίζεται από αρκετά μεγάλη ελευθερία, β) τον περγαμηνό κωδ. 234, τον γνωστό ως «Ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου» (μέσα του 11ου αιώνος), ένα εξαιρετικής ποιότητας εικονογραφημένο χειρόγραφο με ποικίλη ύλη και μοναδικές μικρογραφίες με παραστάσεις των Ευαγγελιστών και διαφόρων αγίων. Αυτό το χειρόγραφο καταγράφει ανάμεσα στα «εξαίρετα κειμήλια του Όρους» ο γνωστός λόγιος Ξηροποταμηνός μοναχός Καισάριος Δαπόντες στο έργο του Κήπος Χαρίτων: «Εις δε του Παντοκράτορος το Μοναστήρι τώρα | είναι το Ευαγγέλιον εκεί δια την ώρα, | εκείνο το περίφημον, οπού του Καλυβίτου | του Ιωάννου λέγεται, μαζί μας η ευχή του». Ο εν λόγω κώδικας, του οποίου γίνεται ιδιαίτερη μνεία από τον Άγγλο περιηγητή R. Curzon το 1837, εκλάπη το 1898 αλλά εντοπίσθηκε λίγο αργότερα στην Αθήνα και επεστράφη στη Μονή, γεγονός το οποίο στην παράδοση της Μονής συνδέεται με θαυμαστή επέμβαση του αγίου Μηνά, γ) το περγαμηνό Ευαγγελιστάριο αρ. 10, το οποίο χρονολογείται τον 12ο αιώνα και είναι διακοσμημένο με επίτιτλα και πρωτογράμματα με φυτικά και ζωϊκά θέματα, δ) το επίσης περγαμηνό Τετραευάγγελο αρ. 47, διακοσμημένο το 1301 με παραστάσεις των Ευαγγελιστών, έργο του γνωστού Θεσσαλονικέως καλλιγράφου Θεόδωρου Αγιοπετρίτη, ε) τον κώδ. 251 του 14ου αιώνος, που περιέχει πολλά από τα έργα του γνωστού ησυχαστή θεολόγου Ιωσήφ Καλόθετου, και τον οποίο είχε χρησιμοποιήσει ο όσιος Νικόδημος στο έργο του Κήπος Χαρίτων («Ιωσήφ ο Καλοθέτης... έχει και βίβλον ιδίαν, σωζομένην εν τη Ιερά και Βασιλική Μονή του Παντοκράτορος»), ς) τον κώδ. αρ. 127 (μέσα 15ου αιώνος), αυτόγραφο των έργων του πατριάρχη Γενναδίου του Σχολαρίου, ζ) τον κώδ. αρ. 284 (τέλος 15ου αιώνος), ο οποίος περιλαμβάνει τους έξι Κανόνες στην εορτή της Μεταμορφώσεως, που συνέθεσε ο γνωστός λόγιος Ματθαίος Καμαριώτης ειδικά για την Μονή, η) τον κώδ. αρ. 140, το μοναδικό χειρόγραφο που μας παραδίδει τα έμμετρα ποιήματα του κρητικού ποιητή Λεονάρδου Ντελλαπόρτα (15ος αιώνας), θ) τον κώδ. αρ. 85 (του έτους 1538), Συναξαριστή των μηνών Σεπτεμβρίου-Φεβρουαρίου που αντέγραψε ο όσιος Θεόφιλος ο Παντοκρατορινός και τον οποίο χρησιμοποίησε ως πρωτογενή βάση ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κατά τη συγγραφή του μνημειώδους Συναξαριστή του, όπως ομολογεί ο ίδιος στο Προοίμιό του· «κατήλθον εις την ιεράν, σεβασμίαν και βασιλικήν μονήν του Παντοκράτορος, ης εν τοις ορίοις κατοικώ, και έλαβον τον χειρόγραφον αυτής Συναξαριστήν, εν δυσί Τόμοις διηρημένον, καλλιγράφου και ορθογράφου χειρός όντα φιλοπόνημα», ι) τον λειτουργικό κώδικα 266, που γράφεται από τον γνωστό συγγραφέα, υμνογράφο και γραφέα κωδίκων του 17ου αιώνος Ματθαίο Μυρέων και αφιερώνεται «τη αγία και σεβασμία και βασιλική μονή του Παντοκράτορος, τη εν τω αγιωνύμω όρει του Άθωνος» το 1624 και, τέλος, ια) τον ακαταλογογράφητο κώδ. 13, αυτόγραφο του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, που φέρει την επιγραφή «Κανόνας οκτώηχος νέος εις τα εισόδια της κυρίας ημών Θεοτόκου, ψαλλόμενος κατά παν Σάββατον» και γράφηκε κατ᾿ αίτηση των πατέρων της Μονής Χιλανδαρίου, το καθολικό της οποίας είναι αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων. Ας σημειωθεί επίσης, ότι η Βιβλιοθήκη της Μονής υπέστη κατά καιρούς ποικίλες απώλειες, όπως οι σοβαρές καταστροφές που προκλήθηκαν μετά την Επανάσταση του 1821, καθώς και αφαιμάξεις, που της στέρησαν ένα όχι ευκαταφρόνητο αριθμό σημαντικών χειρογράφων, τα οποία σήμερα απόκεινται σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ρώσου Αρσενίου Σουχάνωφ, ο οποίος, σε μια αποστολή του στο Άγιον Όρος στα μέσα του 17ου αιώνος, υποστηριζόμενη από τον Τσάρο και τον πατριάρχη της Μόσχας, αφαίρεσε εκατοντάδες πολύτιμους κώδικες από τις βιβλιοθήκες όλων σχεδόν των αγιορείτικων Μονών, μεταξύ αυτών και 31 πολύ αξιόλογα χειρόγραφα της Μονής. Οι κώδικες αυτοί συναπετέλεσαν με τους υπόλοιπους αγιορειτικούς κώδικες το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής της Συνοδικής Βιβλιοθήκης της Μόσχας (σήμερα Ιστορικού Μουσείου). Από τη Βιβλιοθήκη της Μονής προέρχονται και οι κώδ. 48, 49 και 69, οι οποίοι βρίσκονται στη Συλλογή του Βυζαντινολογικού Κέντρου Dumbarton Oaks στην Ουάσιγκτον, ενώ στον κάλαμο του κωδικογράφου Ιγνατίου Παντοκρατορινού ανήκουν εν όλω η εν μέρει και κώδικες της Βατικανής Βιβλιοθήκης.

Τμήμα της ασπίδας του Αγίου Μερκουρίου.

ΚΕΝΤΗΤΙΚΗ/
ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑ/
ΚΕΡΑΜΙΚΗ

ΚΕΝΤΗΤΙΚΗ/ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑ/ΚΕΡΑΜΙΚΗ

Ένα από τα σημαντικότερα κειμήλια είναι ο βυζαντινός Επιτάφιος που δώρισαν οι κτήτορες στη Μονή, δείγμα εξαίρετης τέχνης και χρυσοκεντητικής, ο οποίος έχει διασωθεί σε πολύ καλή κατάσταση. Ο νεκρός Χριστός εικονίζεται μέσα σε κάμπο με ποικιλόσχημους σταυρούς, ενώ στις τέσσερις γωνίες ισάριθμοι άγγελοι κρατούν ριπίδια. Από τον 16ο αιώνα προέρχονται το χρυσοκέντητο ωμοφόριο του πατριάρχη Ιερεμία του Τρανού, που είχε ευεργετήσει ποικιλοτρόπως τη Μονή, το οποίο φέρει χρυσοκέντητη αφιερωματική επιγραφή και είναι κοσμημένο με παραστάσεις του Δωδεκαόρτου και Ιεραρχών, καθώς και άλλα χρυσοκέντητα αρχιερατικά άμφια. Στον 17ο αιώνα ανήκει ένα επιτραχήλιο με πολυπρόσωπες παραστάσεις από τη ζωή του Χριστού, ενώ στο 18ο και 19ο αιώνα χρονολογούνται πολλά άμφια και κεντητά, εκ των οποίων διακρίνεται για την τέχνη του ένας βελούδινος χρυσοκέντητος αρχιερατικός σάκκος, ένα επιγονάτιο του 1726, όπου απεικονίζονται ο Χριστός ως ο Μέγας αρχιερεύς και οι ευαγγελιστές, καθώς και δύο κεντητές εικόνες του αγίου Χαραλάμπους και του ευαγγελιστού Μάρκου, τα οποία ανήκαν στον σκευοφύλακα Κύριλλο. Εξέχουσα θέση κατέχει επίσης το μικρό τμήμα της χάλκινης ασπίδας του αγίου Μερκουρίου, το οποίο διακοσμήθηκε με σμάλτο και παραστάσεις με την προσκύνηση των Μάγων και προφήτες σε εργαστήριο της Ολλανδίας ή της Γερμανίας τον 13ο η 14ο αιώνα. Τα υπόλοιπα αντικείμενα μεταλλοτεχνίας και αργυροχοΐας (ιερά σκεύη, σταυροί, πόρπες κ.ά.) χρονολογούνται στον 17ο αιώνα, τα περισσότερα δε στον 18ο και 19ο. Το παλαιότερο χρονολογημένο σκεύος είναι ένα αργυροεπίχρυσο, επισμαλτωμένο ιερό αρτοφόριο του έτους 1621, έργο του αργυροχόου Φωτίου και κτήμα του ιερέως Κωνσταντίου. Το έτος 1777 χρονολογούνται ένα αργυρό ευαγγέλιο με παραστάσεις του Δωδεκαόρτου, δύο εξαπτέρυγα, διακοσμημένα αμφίπλευρα με πολυπρόσωπες παραστάσεις –δείγμα εξαίρετης μικρογλυπτικής– σε μετάλλιο από κέρατο ρινόκερου και ένας σταυρός, αφιερώματα του δραστήριου σκευοφύλακα της Μονής Κυρίλλου κατά την περίοδο εκείνη. Το 1788 χρονολογείται ένας μεγάλος σταυρός με συρματερή διακόσμηση που περικλείει τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου, αφιέρωμα του προηγουμένου Βενιαμίν του Λεσβίου και έργο του αργυροχόου Παναγή. Στον ίδιο αιώνα ανήκουν και μερικοί συρματόπλεκτοι σταυροί αγιασμού, ένα συρματερό θυμιατό, καθώς και η αρχιερατική ράβδος και μια πόρπη του μητροπολίτη Κρήτης Ζαχαρία Μαριδάκη, ο οποίος απεικονίζεται σε φορητή εικόνα που αφιέρωσε επίσης στη Μονή το 1780. Η Μονή διαθέτει επίσης μεγάλο αριθμό σκευών που προέρχονται από ρωσικά εργαστήρια αργυροχοΐας του 19ου αιώνος, προερχόμενα πιθανότατα από τις ζητείες των παντοκρατορινών μοναχών στη Ρωσία. Διακρίνονται ιδιαιτέρως ένα άγιο Ποτήριο του 1818 από τη Μόσχα, διακοσμημένο με παραστάσεις από σαβάτι (νιέλο), ένα ευαγγέλιο του 1810-1819, που φέρει στη μια όψη ανάγλυφη την παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και δύο εγκόλπια με υψηλής ποιότητας σμάλτο. Εξαιρετικά σπάνια είναι και μια κεραμική φιάλη αγιασμού του 16ου αιώνος, με εφυάλωση, προερχόμενη από εργαστήριο της Νίκαιας, η οποία είναι διακοσμημένη με θαυμάσια φυτικά και ζωικά θέματα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, τέλος, και μια σιδερένια κασέλα με ζωγραφική διακόσμηση εξωτερικά και χαρακτά σχέδια στο εσωτερικό της, η οποία κατασκευάστηκε με τη φροντίδα του προηγουμένου Λεοντίου το 1737, για να φυλάσσονται εντός αυτής τα ιερά λείψανα της Μονής. Κατασκευάστηκε από Έλληνες τεχνίτες στην Αδριανούπολη και αποτελεί εξαίρετο δείγμα του είδους της.