Ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, ιερομόναχος Παρθένιος, σε πρόσφατο κτητορικό μνημόσυνο.

Η Σημερινή Συνοδεία

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ

Σήμερα, η Μονή Αγίου Παύλου διαθέτει μια νέα και δυναμική συνοδεία, η οποία υπό την πνευματική καθοδήγηση του αγίου καθηγουμένου, αρχιμανδρίτη Παρθενίου (ηγούμενος από το 1974), διατηρεί τη σημαντική παρουσία της στον αγιορείτικο και στον ευρύτερο ορθόδοξο χώρο. Η παρουσία Ρουμάνων μοναχών έδωσε νέα ώθηση στην αδελφότητα. Οι οικοδομικές εργασίες που αναλήφθηκαν τα τελευταία χρόνια δείχνουν τη ζωντάνια της αδελφότητας και την αγάπη της για την ευπρεπή παρουσία της Μονής στο σύγχρονο κόσμο, με σεβασμό στην ιστορία της και στους προαπελθόντες πατέρες της.


Οι δύο σημαίες, της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Εκκλησιαστική, συνέχεια των βυζαντινών συμβόλων.

Η Μονή κατά την
Ελληνική Επανάσταση

Η ΜΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Επανάσταση στη Χαλκιδική το 1821 και η συμμετοχή των Αγιορειτών σε αυτήν είχε ως αποτέλεσμα, μετά την αποτυχία της, να φύγουν μοναχοί και να εγκατασταθούν Οθωμανοί στρατιώτες σε κάποιες Μονές. Μία από αυτές ήταν και η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου. Οι Αγιοπαυλίτες, εκτός δύο ή τριών μοναχών, είχαν καταφύγει σε νησιά του Αιγαίου (π.χ. Σκόπελος, Ύδρα), ενώ τα κειμήλια της Μονής είχαν μεταφερθεί στα νησιά του Ιονίου (π.χ. Ζάκυνθος). Όταν αποχώρησαν τα οθωμανικά στρατεύματα από την Αθωνική χερσόνησο και άρχισε ο τόπος να βρίσκει την κανονικότητά του, η Μονή προσπάθησε να επαναφέρει τα κειμήλιά της και να ανορθωθεί οικονομικά. Μάλιστα, αναφέρεται ότι δύο Αγιοπαυλίτες, οι Σάββας Ρωσιανός και Γεράσιμος Λοβέρδος, απευθύνθηκαν μέχρι και στους τσάρους της Ρωσίας Αλέξανδρο Α΄ και Νικόλαο Α΄ και έλαβαν χρηματική βοήθεια για να επανακτήσουν τα καταπατημένα μετόχια της Μονής. Η δεκαετία του 1830 ήταν η σημαντικότερη της νεότερης ιστορίας του Μοναστηριού. Οι μοναχοί συνέχισαν το έργο της ανέγερσης νέου καθολικού, που είχε μείνει ημιτελές από τον Άνθιμο Κομνηνό. Ωστόσο, εξίσου σημαντικό γεγονός αποτελεί η κοινοβιοποίηση της Μονής το 1839, που επικυρώθηκε με σιγίλιο του πατριάρχη Γρηγορίου ΣΤ΄ το 1840. Πρώτος ηγούμενος έγινε ο ιερομόναχος και προηγούμενος της Μονής Διονυσίου, Στέφανος. Το 1839 ήταν και το έτος που ολοκληρώθηκε η κατασκευή του νέου καθολικού, το οποίο καθιερώθηκε το 1844. Κεντρικό πρόσωπο στην όλη ανακαινιστική προσπάθεια υπήρξε ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Καλλιγάς, ο οποίος όχι μόνο βοήθησε στην ολοκλήρωση του έργου, αλλά διετέλεσε και ηγούμενος, με κάποιες διακοπές, για μακρά χρονική περίοδο, μεταξύ των ετών 1843-1882. Το νέο καθολικό εγκαινιάστηκε να εορτάζει στην εορτή της Υπαπαντής, γιατί κατά παράδοση της Μονής, ο κτήτορας άγιος Παύλος είχε ανεγείρει το πρώτο ναΐδριο επ’ ονόματι της Υπαπαντής του Κυρίου. Οι ανακαινιστικές εργασίες συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Σημαντικό για την ιστορία γεγονός ήταν η ιδιαίτερα καταστρεπτική πυρκαγιά κατά τη νύχτα της 3ης προς 4η Ιανουαρίου του 1902. Από αυτή την πυρκαγιά κάηκε σημαντικό μέρος της νοτιοδυτικής πτέρυγας του συγκροτήματος και οι περίπου 220 σλαβικοί κώδικες της Μονής, αφήνοντας στη λήθη μεγάλο μέρος της ιστορίας της. Όπως και η οθωμανική κατάκτηση του 1423/4, έτσι και η απελευθέρωση του 1912 βρήκε τη Μονή σε φάση αναδιοργάνωσης. Διέθετε ένα καινούργιο και άνετο καθολικό, όπως και ένα ευρύχωρο μοναστικό συγκρότημα, το οποίο ήταν έτοιμο να δεχθεί νέους μοναχούς. Ήδη από τη δεκαετία του 1830 είχαν αρχίσει να καταφθάνουν Κεφαλλήνες, οι οποίοι έκτοτε και μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα θα αποτελέσουν την πλειονότητα των Ελλήνων μοναχών της αδελφότητας. Η έλευση των Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα μετά το 1922 οδήγησε στην απώλεια των αγιοπαυλίτικων μετοχιών στη Χαλκιδική, αφού αυτά απαλλοτριώθηκαν από το ελληνικό κράτος, όπως και όλα τα αγιορείτικα μετόχια, για την αποκατάσταση των προσφύγων. Σήμερα, η περιουσία της Μονής έχει προσανατολιστεί στην κατοχή αστικών ακινήτων, από τα μισθώματα των οποίων συντηρείται. Η πλούσια σε ξυλεία περιοχή νοτίως του Άθω, την οποία εκμεταλλεύεται η Μονή, της προσφέρει ένα επιπλέον σημαντικό έσοδο. Πέραν των προσώπων που αναφέρθηκαν και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Μονής, θα πρέπει να προστεθεί και ο αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Πανταζάτος, ο οποίος διετέλεσε ηγούμενος μεταξύ 1920-1932 και 1934-1960. Μεταξύ άλλων, εξέδωσε επί δεκαετία το περιοδικό «Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμίτης», που αποτέλεσε σημαντικό εκδοτικό γεγονός για το Άγιον Όρος αλλά και τη μοναδική εκδοτική απόπειρα της Μονής, συνέβαλε δε στο να καταστεί γνωστή η ιστορία της σε ευρύ αναγνωστικό κοινό.


Θέα προς τη θάλασσα.

Οι Σημαντικές Σκήτες
που Ανήκουν στη Μονή

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΚΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ

Ο 18ος αιώνας, όμως, είναι η περίοδος ανάπτυξης και του σκητιώτικου μοναχισμού εντός της Αθωνικής χερσονήσου. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ιδρύθηκαν οι μέχρι σήμερα λειτουργούσες Σκήτες της Μονής, η Νέα Σκήτη και η Σκήτη του Αγίου Δημητρίου (Λακοσκήτη). Η πρώτη, όπως προκύπτει από πατριαρχικό έγγραφο, είχε ιδρυθεί το 1713. Ενδεικτική εικόνα των κτιρίων και του πληθυσμού τους έχουμε από μια οθωμανική απογραφή που διενεργήθηκε στο Άγιον Όρος το 1764. Σύμφωνα με αυτήν, η Νέα Σκήτη διέθετε ήδη Κυριακό και είκοσι τρεις κατοικημένες Καλύβες, ενώ η Σκήτη του Αγίου Δημητρίου (Λακοσκήτη) διέθετε επίσης Κυριακό και δεκαοκτώ κατοικημένες Καλύβες. Κατά συνέπεια, αμφότερες οι Σκήτες θα πρέπει να είχαν ιδρυθεί στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, ώστε τα 1764 να είχαν ικανό αριθμό μοναχών. Καθ’ όλη τη διάρκεια από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία, η Μονή στέγαζε γύρω στους τριάντα με τριάντα πέντε μοναχούς. Ειδικά προς το τέλος της περιόδου που τα στοιχεία γίνονται πιο λεπτομερή, προκύπτει ότι σε αυτό τον αριθμό των μοναχών πρέπει να προστεθούν άλλοι τόσοι που ζούσαν στις δύο Σκήτες και άλλοι τόσοι που ζούσαν στα μετόχια. Έτσι, μόνο το ένα τρίτο των Αγιοπαυλιτών διέμενε εντός της Μονής, ενώ η συνολική δύναμή της ανερχόταν σε περίπου 100 μοναχούς.


Το καθολικό της Μονής. Διακρίνεται τμήμα του οχυρωματικού τείχους.

Η Ελληνοφωνία της Μονής

Η ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Παρ’ όλες τις δωρεές και χορηγίες που έλαβε η Μονή, ο παραγωγικός της χώρος εκτός της Αθωνικής χερσονήσου γνώρισε συρρίκνωση στη συνολική έκταση των γαιών, όχι όμως στον αριθμό των μετοχιών, ο οποίος παρέμεινε λίγο-πολύ σταθερός. Οι καταπατήσεις των γαιών από χριστιανούς και μουσουλμάνους χωρικούς και οι φορολογικές υπερβάσεις από τοπικούς οθωμανούς αξιωματούχους αποτελούσαν σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα για τους μοναχούς. Τα μετόχια της Μονής συχνά υποθηκεύονταν σε μουσουλμάνους, ακόμη και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για να μπορέσουν οι μοναχοί να πληρώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους. Κατά τον 18ο αιώνα συμβαίνει μια σημαντική αλλαγή για την ιστορία της Μονής. Ο πληθυσμός των μοναχών από κυρίως σλαβικής καταγωγής (σερβικής ή βουλγαρικής) καθίσταται σταδιακά ελληνικής. Έτσι, ύστερα από τριακόσια πενήντα χρόνια κυριαρχίας σλαβόφωνων μοναχών, η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου αποκτά κυριαρχία ελληνόφωνου μοναχικού πληθυσμού. Δεν γνωρίζουμε την αιτία για αυτή την αλλαγή. Πιθανολογείται ότι ο αυστρο-οθωμανικός πόλεμος του 1684-1699 απέκοψε τον υπό οθωμανική κυριαρχία χώρο του Αγίου Όρους από τις περιοχές της μείζονος Μακεδονίας και της Σερβίας, από όπου προέρχονταν εν πολλοίς μέχρι τότε οι Αγιοπαυλίτες. Επιπλέον, η κυριαρχία των ελληνόφωνων Φαναριωτών στις παραδουνάβιες ηγεμονίες βοήθησε στον πολλαπλασιασμό των ελληνόφωνων μοναχών. Τέλος, η γενικότερη πνευματική και οικονομική ανάπτυξη του Ελληνισμού κατά τον 18ο αιώνα έδωσε ώθηση στην επικράτηση της ελληνοφωνίας και εντός της Αθωνικής χερσονήσου με την είσοδο Ελλήνων μοναχών. Η αλλαγή αυτή δεν βοήθησε άμεσα τη Μονή. Κατά τον 18ο αιώνα συνεχίστηκε η δύσκολη οικονομική κατάσταση και η διατήρηση των εκτός της Αθωνικής χερσονήσου κτήσεων αποτελούσε τιτάνιο έργο. Στα τέλη του αιώνα, όμως, εμφανίστηκε ένα πρόσωπο, το οποίο θα αλλάξει την εικόνα της Μονής και θα θέσει τις βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή της. Πρόκειται για τον Άνθιμο Κομνηνό. Σύμφωνα με την παράδοση της Μονής, ο Άνθιμος, γόνος πλούσιας οικογένειας, γεννήθηκε στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης το 1762. Ήδη το 1788 αναφέρεται στις πηγές ως διάκονος της Μονής, ενώ το 1791 θα οριστεί επιστάτης του πλούσιου μετοχιού Ζιτιάνου στη Βλαχία. Αυτό το γεγονός θα του δώσει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια τεράστια περιουσία, την οποία επένδυσε στη Μονή της μετάνοιάς του. Το 1798 και το 1806 χρηματοδότησε την εκτύπωση δύο χαλκογραφιών της Μονής, οι οποίες αποτελούσαν απαραίτητο εξάρτημα των μοναχών που μετέβαιναν σε απομακρυσμένες περιοχές για συλλογή ελεημοσυνών (ζητείες). Το 1814 εγκατέλειψε τη Βλαχία και εγκαταστάθηκε στη Μονή, έχοντας εκπονήσει ήδη από το 1804, ένα φιλόδοξο οικοδομικό ανακαινιστικό πρόγραμμα. Στόχος του ήταν η επέκταση του μοναστικού συγκροτήματος προς νότο, για την οποία ήταν απαραίτητοι ευρείας κλίμακας εκβραχιονισμοί, προκειμένου να διαπλατυνθεί το εσωτερικό του μοναστηριού και να δημιουργηθεί ευρύχωρη αυλή. Στα σχέδιά του ήταν και η ανέγερση νέου καθολικού. Είναι γνωστό ότι μέχρι το 1821 ο Άνθιμος είχε καταφέρει να ανεγείρει νέο καμπαναριό και αρκετές κρήνες, να θεμελιώσει το νέο καθολικό και να χρηματοδοτήσει εργασίες στο νοσοκομείο και στην Τράπεζα της Μονής. Το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης διέκοψε απότομα το ανακαινιστικό έργο του, γιατί ο ίδιος, ως πιθανολογούμενο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, διέφυγε πρώτα στην Ιταλία και από εκεί στη Βλαχία. Πέθανε στο Βουκουρέστι το 1828. Με τη διαθήκη του, που σώζεται στο αγιοπαυλίτικο αρχείο, ο Άνθιμος άφηνε στη Μονή περίπου 430.000 γρόσια, ποσό υπέρογκο για την εποχή, απόδειξη της επιχειρηματικής ικανότητάς του και της προσφοράς του στη Μονή.