Το παρεκκλήσιο των Αγίων Θεοδώρων, κοντά στην είσοδο της Μονής.

ΤΑ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΤΑ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η Ιερά Μονή Καρακάλλου διασώζει πέντε παρεκκλήσια εντός και αρκετά εκτός του συγκροτήματος, στο δάσος που απλώνεται βόρειά της.
Εντός της Μονής, στο κωδωνοστάσιο βρίσκεται το παρεκκλήσιο των αγίων Παντελεήμονος και Γεωργίου, ενώ στις πτέρυγες του μοναστηριού έχουν διαμορφωθεί πέντε παρεκκλήσια: του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος, του Αγίου Ιωάσαφ, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και του Οσιομάρτυρος Γεδεών.
Απέναντι από την είσοδο του μοναστηριού, δίπλα στην κρήνη, βρίσκεται το παρεκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων, ενώ ένα ακόμη παρεκκλήσιο, αφιερωμένο στην αγία Άννα, βρίσκεται στον πέμπτο όροφο του πύργου που περιλαμβάνει την είσοδο της μονής στο ισόγειό του.
Βόρεια από τον πλάτανο της Μονής, σε μικρή απόσταση από το μοναστηριακό συγκρότημα, βρίσκεται ο κοιμητηριακός ναός της κτισμένος το 1768 και αφιερωμένος στους Αγίους Πάντες. Ανήκει στον ιδιαίτερα συνηθισμένο ναοδομικό τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς ναού με τυφλό θόλο. Κατασκευάσθηκε εξαρχής με ισοπλατή νάρθηκα που στεγάζεται επίσης με τυφλό θόλο.
Ναός και νάρθηκας είναι κατάγραφοι. Ένα μέρος των τοιχογραφιών του νάρθηκα έχει χαθεί λόγω της ενίσχυσης των δύο τόξων που στηρίζουν τον τρούλο. Το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού, παρά τον σχετικά περιορισμένο χώρο, περιλαμβάνει έναν βασικό χριστολογικό κύκλο εννέα παραστάσεων. Ο θεομητορικός κύκλος περιορίζεται στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ενώ στο κέντρο της ανατολικής καμάρας υπάρχει η παράσταση της τριπρόσωπης Αγίας Τριάδος. Σε όλες τις υπόλοιπες επιφάνειες υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός μεμονωμένων μορφών σε μετάλλια στα μέτωπα των τεσσάρων κεραιών (24 στηθαίοι μάρτυρες), στα εσωρράχια των τόξων (12 ολόσωμοι προφήτες) και στην κάτω ζώνη που περιτρέχει τον ναό (30 ολόσωμοι άγιοι).
Στον νάρθηκα κυριαρχεί η παράσταση της Θεοτόκου στον θόλο περιβαλλόμενη από ζώνη έξι προφητών που προανήγγειλαν την Ενσάρκωση του Χριστού (Άνωθεν οι Προφήται). Στα τεταρτοσφαίρια υπάρχουν τέσσερις υμνωδοί της Παναγίας, ενώ σε όλες τις υπόλοιπες επιφάνειες τοποθετούνται 30 μεμονωμένοι άγιοι με ιδιαίτερη έμφαση στους οσίους που κυριαρχούν αποκλειστικά στην κάτω ζώνη. Σύμφωνα με γραπτή κτητορική επιγραφή που συνοδεύεται από παράσταση των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου πάνω από την είσοδο, ο ναός οικοδομήθηκε «εκ βάθρων» το έτος ΑΨΞΗ΄ = 1768. Παράσταση και επιγραφή φιλοτεχνήθηκαν από το ίδιο εργαστήριο που τοιχογράφησε το εσωτερικό, γεγονός που οδηγεί στην διαπίστωση ότι ο εντοίχιος διάκοσμος πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την οικοδόμηση του ναού.
Στα νοτιοδυτικά του μοναστηριού, στην πλαγιά του βουνού, βρίσκεται το παρεκκλήσιο της αγίας Παρασκευής σε ερειπιώδη κατάσταση.
Στο δάσος βορειοδυτικά της μονής βρίσκονται τα κελλιά των Τριών Ιεραρχών, του Τιμίου Προδρόμου, του Αγίου Νικολάου, και του Τιμίου Σταυρού.

Η είσοδος του Καθολικού.

ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ
ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Το Καθολικό της Ιεράς Μονής Καρακάλλου είναι αφιερωμένο στους πρωτοκορυφαίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο και βρίσκεται στο κέντρο της αυλής του περίκλειστου μοναστηριακού συγκροτήματος, ελεύθερο από όλες τις πλευρές. Όπως γνωρίζουμε από γραπτές πηγές αντικατέστησε προγενέστερο Καθολικό, για το οποίο τίποτε δεν είναι γνωστό. Το υφιστάμενο συγκρότημα είναι τριμερές και ολοκληρώθηκε σε δύο κύριες φάσεις: ο ναός και λιτή σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν σε μία ενιαία οικοδομική φάση το 1548. Εξ΄αρχής ή λίγο αργότερα οικοδομήθηκε και εξωνάρθηκας, ο οποίος στις αρχές του 18ου αιώνα αντικαταστάθηκε από νεότερο στον οποίο ενσωματώθηκε κωδωνοστάσιο.
Ο ναός τυπολογικά ακολουθεί το καθιερωμένο πρότυπο του αθωνικού ναού, χωρίς καμία πρόθεση παραλλαγής ή διαφοροποίησης. Η ευρύχωρη κιονοστήρικτη λιτή είναι σχεδόν τετράγωνη σε κάτοψη και έχει εμβαδόν σχεδόν ίσο με εκείνο του κυρίως ναού. Η κάλυψή της γίνεται με τέσσερα σταυροθόλια και δύο τρούλους που καταλαμβάνουν αντίστοιχα το νοτιοδυτικό και βορειοανατολικό γωνιαίο διαμέρισμα.
Η τοιχοδομία του συγκροτήματος, με εξαίρεση τον εξωνάρθηκα και το κωδωνοστάσιο, είναι εξολοκλήρου επιχρισμένη εξωτερικά. Οι εξωτερικές επιφάνειες διαρθρώνονται με τυφλά αψιδώματα που καταλαμβάνουν όλο το διαθέσιμο ύψος και ενσωματώνουν τα παράθυρα.
Ο ισοπλατής με τον υπόλοιπο ναό εξωνάρθηκας είναι διώροφος και έχει τριμερή διάταξη. Στο κεντρικό τμήμα του εδράζεται ο πύργος του κωδωνοστασίου που αναπτύσσεται καθ΄ ύψος με την προσθήκη δύο επιπλέον ορόφων. Αρχικά, ο εξωνάρθηκας φαίνεται ότι ήταν ανοικτού τύπου με μεγάλα τοξωτά ανοίγματα, διάταξη που επαναλαμβανόταν και στον όροφο. Σήμερα όλα τα τοξωτά ανοίγματα είναι τοιχισμένα. Τα μεγάλα ανοίγματα, για πρακτικούς προφανώς λόγους, περιορίστηκαν σε μικρά ορθογώνια παράθυρα, τοξωτά στην κάτω στάθμη και ορθογώνια στον όροφο.
Η τοιχοδομία του εξωνάρθηκα παραμένει ανεπίχριστη και μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την εργασία ενός έμπειρου οικοδομικού συνεργείου. Φαίνεται ότι εξ αρχής υπήρξε η επιλογή η εξωτερική τοιχοποιία να παραμείνει εμφανής, καθώς είναι ιδιαίτερα επιμελημένη. Σε γενικές γραμμές ακολουθείται ένα ατελές πλινθοπερίκλειστο σύστημα με αδρά λαξευμένους λίθους και ιδιαίτερη έμφαση στην κατασκευή των τόξων, όπου εναλλάσσονται πλίνθοι με λίθινους θολίτες. Επιπρόσθετα, στα μέτωπα ανάμεσα στα τόξα τοποθετούνται εφυαλωμένα πινάκια και πλίνθινοι σταυροί. Το έτος ολοκλήρωσης της οικοδόμησης του εξωνάρθηκα ΑΨΙΔ΄ (=1714) αναγράφεται σε λίθινη ανάγλυφη επιγραφή στην οποία μνημονεύονται τα ονόματα των κτητόρων Νικοδήμου προηγουμένου και Γερασίμου ιερομονάχου από την Σινώπη του Πόντου.
Το τέμπλο του ναού είναι ξυλόγλυπτο, επιχρυσωμένο και η χρονολόγησή του παραμένει ασαφής. Αν και τοποθετήθηκε μετά την τοιχογράφηση του ναού, ενσωματώνει παλαιότερες εικόνες όπως εκείνες του επιστυλίου που χρονολογούνται στα μέσα του 16ου αιώνα. Οι τέσσερις κεντρικές δεσποτικές εικόνες είναι έργα του Διονυσίου του εκ Φουρνά που χρονολογούνται το έτος 1722 και αποτελούν εξαιρετικά δείγματα της τάσης επιστροφής στα παλαιολόγεια εικαστικά πρότυπα.