Η εργασία αποτελεί σημαντική πτυχή της μοναχικής ζωής.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΑΣΚΗΤΕΣ
ΠΟΥ ΕΓΚΑΤΑΒΙΩΣΑΝ
ΣΤΗ ΜΟΝΗ

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΑΣΚΗΤΕΣ ΠΟΥ ΕΓΚΑΤΑΒΙΩΣΑΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ

Κατά την περίοδο του νεότερου ιστορικού βίου της Μονής διακρίθηκαν οι παρακάτω Παντοκρατορινοί πατέρες: α) Βενιαμίν ο Λέσβιος. Υπήρξε από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα πνευματικά και ιστορικά δρώμενα της ταραχώδους περιόδου κατά την οποία εζησε. Γεννήθηκε στο Πλωμάρι το 1762 και πρέπει να εγκαταβίωσε στη Μονή σε πολύ νεαρή ηλικία, αφού το 1780 απεστάλη στο Μετόχι του Αγίου Νικολάου στις Κυδωνίες. Η γνωριμία του εκεί με τον λόγιο Ιωάννη Οικονόμου απετέλεσε την αφετηρία ενός μακρού κύκλου σπουδών, αρχικά στη Σχολή της Χίου, όπου δίδασκαν οι Αθανάσιος Πάριος και Δωρόθεος Πρώϊος, και στη Σχολή της Πάτμου, αργότερα δε στην Πίζα, το Παρίσι και το Λονδίνο, όπου σπούδασε μαθηματικά, φυσική, μετεωρολογία και αστρονομία. Προ του 1800 είχε επιστρέψει στις Κυδωνίες, όπου διορίστηκε διδάσκαλος στην Ακαδημία της πόλεως, ενώ μετά το 1812 δίδαξε στην Κωνσταντινούπολη, στη Σχολή του Βουκουρεστίου όπου διετέλεσε και διευθυντής, και στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Εκτός του διδασκαλικού του έργου, ο Βενιαμίν ύπηρξε και ενεργό μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος μετέσχε ως μέλος στη Β´ Εθνοσυνέλευση και ορίστηκε αρμοστής των νησιών του Αιγαίου. Απεβίωσε στο Ναύπλιο στις 26 Αυγούστου του 1824. Πιθανότατα δικό του αφιέρωμα στη Μονή είναι ένας διακοσμημένος σταυρός του 1788, όπου μάλιστα μνημονεύεται ως προηγούμενος, γεγονός που υποδηλώνει ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Βενιαμίν εξακολουθούσε να συνδέεται στενά με τη Μονή της μετανοίας του. β) Αρχιμανδρίτης Δανιήλ από τη Θάσο. Καταγόταν από την Καλλιράχη της Θάσου και είχε αποφοιτήσει από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή προ του 1850. Χρημάτισε προϊστάμενος της Μονής και επίτροπος της Ιεράς Κοινότητος στη Θεσσαλονίκη ήδη πριν από το 1860. Απεστάλη ως οικονόμος του Μετοχίου των Κυδωνιών κατά τη δεκαετία 1870-1880, όπου και προέστη των ανακαινιστικών εργασιών που πραγματοποιήθηκαν. Απεβίωσε στην ίδια πόλη στις 19 Φεβρουαρίου 1884 και κηδεύθηκε με μεγαλοπρέπεια, δαπάναις της Ιεράς Κοινότητος. γ) Καλλίνικος Μοναχός (1821-1884). Καταγόταν από τη Συνασσό της Καππαδοκίας και σπούδασε αρχικά στην Αθωνιάδα και εν συνεχεία στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Διετέλεσε διδάσκαλος στην Αθωνιάδα μεταξύ των ετών 1864 και 1868 και μετέβη στη γενέτειρά του, όπου συνέχισε το διδασκαλικό του έργο, υπηρετώντας συγχρόνως και ως ιεροκήρυκας. Την τελευταία περίοδο του βίου του εγκαταβίωσε στο κάθισμα του οσίου Ονουφρίου, εκτός της Μονής, όπου και παρέφρασε τα Ασκητικά του αββά Ισαάκ του Σύρου, έργο το οποίο εξέδωσε στην Αθήνα το 1877. Διακρίθηκε για τον ασκητικό και ενάρετο βίο του και εκοιμήθη στις 25 Μαρτίου του 1884. δ) Δανιήλ Στεργιάδης. Καταγόταν από τον Πλάτανο Θεσσαλίας και σπούδασε θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τη δεκαετία 1840-1850. Εν συνεχεία εγκαταβίωσε στη Μονή, όπου αναδείχθηκε προϊστάμενός της περί το 1860 και έλαβε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου το 1864. Κατά τη δεκαετία 1850-1860 δίδαξε στην Αθωνιάδα και απεβίωσε από σοβαρή ασθένεια στις 13 Αυγούστου 1885. ε) Αρσένιος ιερομόναχος. Καταγόταν από τη Μικρά Ασία και εγκαταβίωσε αρχικά στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος, εν συνεχεία δε εξελέγη ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος από τον Σεπτέμβριο του 1872 ως τις 23 Νοεμβρίου 1873. Επέστρεψε στη Μονή της μετανοίας του και από εκεί ήλθε στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος, της οποίας διετέλεσε πνευματικός ως το θάνατό του το 1894. ς) Διακο-Γρηγόριος. Καταγόταν από το Λειβάδι Χαλκιδικής και ονομαζόταν Γεώργιος Κοψαχείλης. Στη Μονή εγκαταβίωσε το 1874, σε ηλικία 20 ετών. Δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και το 1888 ιερέας, ενώ το 1891 έλαβε και το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη. Σπούδασε στην Αθωνιάδα και υπηρέτησε ως υπογραμματέας στην Ιερά Κοινότητα από το 1882 ως το 1885. Εκοιμήθη στις 12 Αυγούστου 1935. ζ) Μοναχός Αγάθων. Καταγόταν από την Περίσταση της Θράκης και εγκαταβίωσε στη Μονή σε ηλικία 18 ετών. Το 1860 ήταν ήδη προϊστάμενος της Μονής, ενώ υπήρξε και άριστος καλλιγράφος. Του ζητήθηκε από τον πατριάρχη Ιωακείμ Β´ να συμμετάσχει στην επιτροπή για την αναθεώρηση του Τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας υπό τον Γ. Βιολάκη το 1880. Για τη συμβολή του στο έργο αυτό ο ίδιος πατριάρχης του απένειμε, στις 13 Μαίου 1882, το οφφίκιο του Μεγάλου Εκκλησιάρχου. Την ίδια περίοδο του είχε ζητηθεί από το Πατριαρχείο να συγκεντρώσει συνδρομές από τις Μονές και Σκήτες του Αγίου Όρους για τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, αποστολή την οποία διεκπεραίωσε με επιτυχία. Εκοιμήθη στις 17 Σεπτεμβρίου του 1886. η) Ιωσήφ Προηγούμενος. Ονομαζόταν Ιωάννης Κουκουτός και καταγόταν από τις Κυδωνίες. Εγκαταβίωσε στη Μονή το 1894, σε ηλικία 25 ετών, και υποτάχθηκε στον Πνευματικό Παΐσιο. Εκάρη μοναχός το 1898 και χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας το επόμενο έτος. Το 1909 αναδείχθηκε σε προϊστάμενο και προηγούμενο της Moνής. Το 1911 εστάλη ως οικονόμος στο Μετόχι της Moνής στη γενέτειρά του, όπου εργάσθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία, ως τον μαρτυρικό του θάνατο από τους Τούρκους το 1922. θ) Αλέξιος Προηγούμενος. Καταγόταν από το Λειβάδι Χαλκιδικής και ονομαζόταν Απόστολος Λιόλιος. Είχε φοιτήσει στο Γυμνάσιο Κυδωνιών και στη Γαλλική Σχολή Θεσσαλονίκης. Εισήλθε στη Μονή το 1904, σε ηλικία 30 ετών, και εκάρη μοναχός το 1906. Το 1920 έγινε προϊστάμενος της Moνής και το επόμενο έτος χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας. Υπηρέτησε στην Ιερά Κοινότητα ως υπογραμματεύς από το 1914 ως το 1920. Εκοιμήθη στη Μονή στις 2 Ιανουαρίου του 1939. ι) Θεοφάνης Παντοκρατορινός. Έζησε κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος και εξήγησε, μαζί με τους συγχρόνους του Ματθαίο Βατοπαιδινό, Ιωάσαφ Διονυσιάτη και Νικόλαο Δοχειαρίτη, την παλαιά παρασημαντική της βυζαντινής μουσικής, έργο το οποίο θεωρείται πολύ σημαντικό από τους ειδικούς. Εξήγησε εκκλησιαστικά μέλη, τα οποία δεν είχαν ερμηνεύσει οι τρεις μεγάλοι εξηγητές, Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ, Γρηγόριος Πρωτοψάλτης και Χρύσανθος Μαδύτου. ια) Φώτιος ιεροδιάκονος ο Καλλιπολίτης. Γεννήθηκε στην Καβοσπύρα Καλλιπόλεως το 1875 και ονομαζόταν Γεώργιος Κωνσταντινίδης. Σε ηλικία 16 ετών εισήλθε στη Μονή και υποτάχθηκε στον Γέροντα προηγούμενο Αθανάσιο. Εκάρη μοναχός το 1893 και το 1895 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Εξελέγη προϊστάμενος της Moνής το 1904 και δίδαξε στην Αθωνιάδα από το 1903 έως το 1907, όντας απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Διετέλεσε υπογραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος από το 1902 ως το 1907 και γραμματεύς ως το 1909. Υπήρξε επί 18 έτη διαχειριστής του Μετοχίου «Αλεξόπυργος» στη Λήμνο. Απεβίωσε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου του 1933. ιβ) Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Μαδυτηνός. Γεννήθηκε το 1889 και ονομαζόταν Βασίλειος Χρυσοστόμου Καμάδος. Στη Μονή εισήλθε το 1901, σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, ενώ δύο χρόνια αργότερα εκάρη μοναχός. Τον Ιούνιο του 1910 χειροτονήθηκε διάκονος και το Φεβρουάριο του 1918 ιερέας στην Αθήνα, όπου είχε μεταβεί για σπουδές στη Θεολογική Σχολή. Είχε σπουδάσει επίσης στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Στις 20 Ιανουαρίου του 1920 αναδείχθηκε σε αρχιμανδρίτη και προϊστάμενο της Μονής. Κατά τα έτη 1920-1923 χρημάτισε αρχιγραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος, ενώ από το 1923 έως το 1927 υπήρξε πληρεξούσιός της στην Αθήνα για τη σύνταξη του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους και άλλες υποθέσεις. Διετέλεσε επίσης σχολάρχης της νέας Αθωνιάδας από το 1930 έως το 1941. Από το 1945 έως το 1954 δίδαξε στην Εκκλησιαστική Σχολή της Ξάνθης, όπου διακρίθηκε για το εκκλησιαστικό του ήθος. Εκοιμήθη στις 4/17 Φεβρουαρίου 1959 πτωχότατος και ενταφιάσθηκε στα Κοιμητήρια του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Θεσσαλονίκη.

Η Μονή έχει ολοκληρώσει τα ανακαινιστικά έργα των πτερύγων.

Η ΕΠΑΝΑΚΟΙΝΟ-
ΒΙΟΠΟΙΗΣΗ
(1992)

Η ΕΠΑΝΑΚΟΙΝΟΒΙΟΠΟΙΗΣΗ (1992)

Στις 6 Μαΐου του 1992 πραγματοποιήθηκε στη Μονή κοινή συνεδρίαση με την συμμετοχή τριμελούς Πατριαρχικής Εξαρχίας, Ιεροκοινοτικής Επιτροπής και της Γεροντικής Ιεράς Συνάξεως της Μονής. Εκεί, αποφασίσθηκε από κοινού η επαναφορά της Μονής Παντοκράτορος –της τελευταίας αγιορείτικης Μονής που λειτουργούσε υπό το καθεστώς της ιδιορρυθμίας– στο κοινοβιακό σύστημα. Επιπλέον, αποφασίσθηκε ομοφώνως από την Γεροντική Ιερά Σύναξη η επάνδρωση της Μονής από Συνοδεία 13 μελών, προερχόμενη από την Ιερά Μονή Ξενοφώντος. Πρώτος καθηγούμενος της κοινοβιακής Μονής του Παντοκράτορος εξελέγη ο μακαριστός ιερομόναχος Βησσαρίων (Μακρυγιάννης) ο Ξενοφωντινός, ο οποίος ενθρονίσθηκε από την Ιερά Κοινότητα στις 8 Ιουνίου 1992, Κυριακή των Αγίων Πάντων, και έλαβε κατά το έθος την ηγουμενική ράβδο από τον πρώτο τη τάξει αντιπρόσωπο της πενταμελούς Ιεροκοινοτικής Επιτροπής, Γέροντα Βαρθολομαίο μοναχό Λαυρεώτη, ως διάδοχο του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, κτήτορα της πρώτης κοινοβιακής Μονής στο Άγιον Όρος. Επί των ημερών της ηγουμενίας του μακαριστού Γέροντος Βησσαρίωνος (6/19 Μαΐου 1992-2/15 Ιουλίου 2001), η Μονή αναδιοργανώθηκε και ανέθαλε πνευματικά, ενώ ξεκίνησαν και οι εργασίες για την ανακαίνιση αρκετών κτισμάτων της. Για το λόγο αυτό ανακηρύχθηκε και νέος κτήτορας της Μονής. Όμως, το καρποφόρο έργο του διέκοψε αιφνιδίως βαρύτατη ασθένεια που τον καθήλωσε στο κρεβάτι του πόνου και τον οδήγησε στην απόφαση να παραιτηθεί από την ηγουμενία της Μονής στις 2 Ιουλίου 2001. Λίγους μήνες αργότερα ο Κύριος τον καλούσε στην χώρα των ζώντων. Ο μακαριστός Γέρων Βησσαρίων εκοιμήθη εν Κυρίω στις 20 Σεπτεμβρίου (π.η.) του ιδίου έτους, «καταλιπών φήμη εναρέτου ανδρός». Η εξόδιος ακολουθία τελέσθηκε την επομένη ημέρα παρουσία πλήθους κληρικών, μοναχών και λαϊκών, μέσα σε κλίμα πένθους για τον άωρο θάνατό του, αλλά και με τη χαρά και την ελπίδα της Αναστάσεως. Στη θέση του παραιτηθέντος από την ηγουμενία μακαριστού Γέροντος Βησσαρίωνος, εξελέγη από την αδελφότητα της Μονής νέος ηγούμενος ο ιερομόναχος Γαβριήλ, επί των ημερών του οποίου η αδελφότητα της Μονής Παντοκράτορος γνωρίζει νέα άνθηση, με την αύξηση των μελών της και την ολοκλήρωση των ανακαινιστικών εργασιών στις παλαιές πτέρυγες του κτηριακού συγκροτήματος της Μονής. Η αδελφότητα σήμερα αριθμεί περί τους 30 πατέρες.

Στο ιδιόρρυθμο καθεστώς κάθε μοναχός φρόντιζε για την επιβίωσή του.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
ΤΗΣ ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΙΑΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΙΑΣ

Στις 2 Νοεμβρίου του 1912, μετά από 488 χρόνια υποδούλωσης, ταπεινώσεων και ποικίλων περιπετειών, το Άγιον Όρος απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό μέσα σε κλίμα γενικής ευφορίας και πανηγυρικών εκδηλώσεων των Αγιορειτών. Έκτοτε, όλες οι αγιορειτικές Μονές συνέδεσαν την ιστορική τους πορεία με αυτήν του Ελληνικού Κράτους. Το 1922, όμως, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, η Μονή πλήρωσε το δικό της φόρο αίματος στην μεγάλη εθνική συμφορά. Ο μοναχός Ιωσήφ, οικονόμος του μετοχίου του Αγίου Νικολάου στις Κυδωνίες, βρήκε μαρτυρικό τέλος από τους Τούρκους. Ταυτοχρόνως, απώλεσε τα παραγωγικά μετόχια της στη Μακεδονία, τη Θάσο και τη Λήμνο, λόγω της «απαλλοτριώσεώς» τους και της παραχωρήσεώς τους στους πρόσφυγες. Στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Μονή κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν ήλθε να προστεθεί μια πυρκαγιά που αποτέφρωσε την ανατολική κόδρα την 1η Δεκεμβρίου του 1948. Η πυρκαγιά θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερης εκτάσεως καταστροφές, αν δεν σταματούσε με θαυματουργικό τρόπο μετά από λιτανεία που τέλεσαν οι μοναχοί με μικρό αργυρεπένδυτο αντίγραφο της εφεστίου εικόνος της Παναγίας της Γεροντίσσης. Το αντίγραφο αυτό, λόγω του θαύματος, ονομάστηκε πρόσφατα από τους μοναχούς «Παναγία η Πυροσώτειρα». Έκτοτε, το καθεστώς της ιδιορρυθμίας σε συνδυασμό με τη λειψανδρία, φαινόμενο γενικευμένο στο Άγιον Όρος κατά τη μεταπολεμική περίοδο, καθιστούσαν ολοένα και δυσκολότερη τη λειτουργία της Μονής. Η δυσχερής αυτή κατάσταση διήρκεσε ως τον Μάιο του 1992, όταν η Μονή μετατράπηκε ξανά σε κοινοβιακή. Τελευταίος πρωτεύων προηγούμενος της ιδιόρρυθμης Μονής διετέλεσε ο ιερομόναχος Ευθύμιος Πρέπης από τους Μαγουλάδες της Κέρκυρας.