Ο εξαιρετικής αρχιτεκτονικής Πύργος.

[:en]ΜΕΤΟΧΙΑ[:el]ΜΕΤΟΧΙΑ[:]

ΜΕΤΟΧΙΑ

Στη Μονή, λόγω της σημαντικής αύξησης των μοναχών της, παραχωρήθηκαν κτήματα στη Θεσσαλονίκη, στον Στρυμόνα, στη Λήμνο και σε άλλες περιοχές. Με χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου του 1294, επικυρώθηκαν στη Μονή το χωριό Καλλίστη, το Μετόχι του Αγίου Νικολάου στο Στρυμόνα, επονομαζόμενο «Κρύον Νερόν», ο αγρός του Αγίου Υπατίου στο Άγιον Όρος, το Μετόχιο του Αγίου Παντελεήμονος στη Θάσο, το Μετόχιο του Αγίου Γεωργίου του Καλλινίκου στη Λήμνο και το Μονύδριο του Σωτήρος Χριστού του Αγιομαυρίτου στη Θεσσαλονίκη. Το 1330 προσκήθηκαν κτήματα στην τοποθεσία Αγίου Θωμά του Λιμοϊωάννου, στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης.
Το 1357, ο επίσκοπος Καισαρουπόλεως αφαίρεσε από τη Μονή τους ναούς του Αγίου Νικολάλοου, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Φωτεινής στον Στρυμώνα. Στην Ιερισό της Χαλκιδικής απέκτησε η Μονή το μετόχι του Αγίου Νικολάου. Επίσης, στην περιοχή της Κρούσιοβας (Νέα Κερδύλια) απέκτησε, πιθανότατα τον 17ο αιώνα, τη Μονή του Αγίου Δημητρίου που ιδρύθηκε το β΄ μισό του 16ου αιώνα, ωστόσο είναι γνωστή από το 1632. Το 1638, σε επιστολή του ιερομονάχου Σαμουήλ, προηγούμενου της Μονής, αναφέρεται το Μετόχιο του Αγίου Παντελεήμονος στις Μαριές Θάσου, του οποίου τα κτήματα είχαν καταπατήσει οι κάτοικοι. Το 1648 σε πατριαρχικό σιγγίλιο του Ιωαννικίου Β΄, ο ναός του Αγίου Νικολάου στην πόλη Ισμαήλιο της επαρχίας Προϊλάβου κτίσθηκε με δαπάνες της Μονής, έγινε σταυροπήγιο και Μετόχι της και με νέο σιγγίλιο του πατριάρχη Σωφρονίου Β΄ ανανεώθηκε η αναγνώρισή του.
Η Μονή απέκτησε τη Μονή της Μεταμορφώσεως του Φωτεινού στο νησί του Αγίου Ευστρατίου. Το 1661, ο ιερομόναχος Νικήτας ανοικοδόμησε το ερειπωμένο Μοναστήρι και το 1667 ανακηρύχθηκε Πατριαρχικό Σταυροπήγιο. Το 1732 το Μοναστήρι ανήκε στην Μονή. Σε εγχάρακτη επιγραφή του 1741 που βρίσκεται πάνω από την είσοδο του ναού, φαίνεται πως ανήκε «από χρόνων παλαιών» στην Ιερά Μονή Καρακάλλου. Επίσης, αναφέρεται ως εξάρτημα της Μονής στον Κατόλογο του 1758 και το 1794 έγιναν εργασίες από τον προηγούμενο Γαβριήλ. Το Μοναστήρι μνημονεύεται μέχρι τον 20ο αιώνα.
Στον ίδιο Κατάλογο του 1758 έχουμε πληροφορίες για μετόχια στην Πελοπόννησο, στη Ρόδο, τη Νάουσα της Πάρου, το Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, την Κίο της Βιθυνίας και την Καλλίπολη, όπου υπήρχε το Μετόχι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Πλαγιάρι που λειτουργούσε μέχρι το 1829.
Το 1648, μοναχοί της Μονής ανακαίνισαν τον ερηπωμένο ναό του Αγίου Νικολάου στο Ισμαϊλιο, λιμάνι της Βεσσαραβίας, που έγινε Σταυροπήγιο από τον πατριάρχη Ιωαννίκιο Β΄. Επίσης στη Μονή υπήχθη το Μετόχι του Αγίου Δημητρίου Νέων Κερδυλλίων Σερρών, καθώς και το Μετόχι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μαργαριτών Ρεθύμνου (επαρχία Μυλοποτάμου) Κρήτης, το οποίο πιθανώτατα το 1654 κατέστη Πατριαρχική εξαρχία.

Το κωδωνοστάσιο.

ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ

ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ

Στη Μονή υπάγονται δύο Καθίσματα που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, το Κάθισμα της Αγίας Παρασκευής, όπου και το ομώνυμο παρεκκλήσιο και το Κάθισμα των Αγίων Πάντων, όπου βρίσκεται και ο κοιμητηριακός ναός της Μονής.

Τρούλος και μέρος του Πύργου.

ΣΚΗΤΕΣ

ΣΚΗΤΕΣ

Στη Σκήτη της Γλωσσίας, που πρέπει να τεθεί στα όρια της Μονής, εγκαταβίωσε για δύο έτη (1322-1324) ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, κοντά στον ασκητή Γρηγόριο τον Δριμύ. Η Σκήτη ερημώθηκε λίγο πριν το 1353 από Τούρκους πειρατές.
Σε γράμμα του Πρώτου Καλλίστου, του 1476, γίνεται αναφορά στην ύπαρξη Σκήτης που υπάγεται στη Μονή και εγκαταβιούσαν εκεί εξαρτηματούχοι μοναχοί. Το 1509/1510 μαρτυρείται το Κελλίον της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου ζούσε ο μετέπειτα επίσκοπος Ιερισού Συμεών (1514).
Σύμφωνα με τους βίους του οσίου Διονυσίου του εν Ολύμπω, γύρω στα 1520 αποσύρθηκε στη «σκήτη» της Μονής, όπου οικοδόμησε κελλί και τον ναό της Αγίας Τριάδος. Στη «σκήτη» επέστρεψε μετά από ταξίδι στα Ιεροσόλυμα και οικοδόμησε το ναό των Αγίων Πατέρων.
Τον 15ο και 16ο αιώνα υπήρχαν κελλιά πέριξ της Μονής, που υπάγονταν στην Σκήτη, όμως η λειτουργία τους ήταν άτυπη και εφήμερη. Πληροφορίες αντλούμε από τον Κώδικα των Κελλιών της Μονής, του 1707, όπου αναφέρονται συνολικά περί τα εικοσιπέντε κελλιά στην περιοχή της Μονής και στις Καρυές.

Θέα του αύλειου χώρου.

ΚΕΛΛΙΑ

ΚΕΛΛΙΑ

Στην Ιερά Μονή Καρακάλλου υπάγονται τρία Κελλιά που βρίσκονται στις Καρυές. Τα υπόλοιπα δεκατέσσερα κελλιά είναι διάσπαρτα στο δάσος βορειοδυτικά της Μονής.
α) Το Κελλί των Αγίων Πάντων, το οποίο βρίσκεται βόρεια του Κελλιού των Γαλατσιανών, πίσω από το κτήριο της Ιεράς Κοινότητας, όπου εγκαταβίωνε η αδελφότητα των Καρπενησιωτών ζωγράφων, που ιδρύθηκε από τον Νικηφόρο. Το Κελλί ιδρύθηκε από τον ιερομόναχο Γαβριήλ από το Καρπενήσι, που ανήγειρε σ’ αυτό το 1681 το ναό των Αγίων Πάντων. Ο πρώτος ζωγράφος του Κελλίου που έγινε γνωστός από έγγραφο του 1788, ήταν ο Δαμασκηνός. Τον διαδέχθηκε ο Νικηφόρος Α΄, που εκοιμήθη το 1816 στην Ιερά Μονή Ζωγράφου, και αυτόν ο Μητροφάνης o εκ Βιζύης, ο οποίος πιθανότατα εκάρη εκεί μοναχός. Μέλη της συνοδείας του ήταν οι Γεράσιμος και Ιωάσαφ. Σήμερα εκεί φιλοξενείται το Αντιπροσωπείο της Μονής. Εργασίες αποκατάστασης τοτ Κελλίου πραγματοποιήθηκαν το 1999.
β) Το Κελλί των Τριών Ιεραρχών, όπου έγιναν εργασίες συντήρησης το 1997.
γ) Το Κελλί του Τιμίου Προδρόμου.
Σε έγγραφο της συνάξεως των Καρυών, του 1648 αναφέρεται το πρωτατινό Κελλί της Παναγίας, που παραχωρείται στον μοναχό Νικηφόρο.
δ) Το Κελλί του Αγίου Νικολάου, όπου εγκαταβιεί η συνοδεία του ιερομονάχου Νικολάου. Στο Κελλί αυτό έγιναν επίσης πρόσφατα επισκευαστικές εργασίες.
ε) Το Κελλί το Τιμίου Σταυρού, που βρίσκεται μεταξύ της Ιεράς Μονής Καρακάλλου και του Λαυρεώτικου Κελλίου του Αγίου Αρτεμίου, σε λόφο στην περιοχή Προβάτα, σε απόσταση μισής ώρας από τη θάλασσα και σε περιοχή κατάφυτη από καστανιές και κυπαρίσσια. Στο Κελλί ανήκει συνολική έκταση τεσσάρων στρεμμάτων και εκεί υπήρχε τσαγκαράδικο, κουρείο, υφαντουργείο, σιδηρουργείο, ξυλουργείο και φωτογραφείο. Ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα και στο ναό του φυλάσσονται τεμάχια Τιμίου Ξύλου και αρκετά ιερά λείψανα, μεταξύ των οποίων τμήμα της κάρας του αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος. Το 1896 το Κελλί πουλήθηκε με ομόλογο από την Μονή σε ρώσους μοναχούς, που αθέτησαν όμως τους όρους, προχωρώντας σε νέες προσθήκες στο κτηριακό του συγκρότημα με προφανή σκοπό να το μετατρέψουν σε Σκήτη. Το 1913 στο Κελλί ζούσαν 70 μοναχοί, όμως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917 άρχισε η σταδιακή παρακμή του, που οδήγησε εν τέλει στην ερήμωσή του. Στο Κελλί έγιναν επισκευαστικές εργασίες το 1995, το 1997 και το 1999. Σήμερα, Γέροντας του Κελλίου είναι ο ιερομόναχος Δαυίδ Σταυριώτης και το διακόνημά του είναι η κατασκευή θυμιάματος και περίτεχνων μαρμάρινων και ξυλόγλυπτων ειδών. Στο Κελλί εορτάζεται στις 4 Οκτωβρίου (νέο ημερολόγιο) η Απόδοση της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού με πανήγυρη. Το 2017 έγινε η Τελετή Εγκαινίων της Τράπεζας από τον Σεβ. Μητροπολίτη Ελενουπόλεως κ. Ιωακείμ.
στ) Το Κελλί των Εισοδίων/Γεννήσεως της Θεοτόκου (Γαλατσάνων), απέναντι από τη βορειοδυτική γωνία του Πρωτάτου, όπου το 1819 εγκαταβίωνε ο ιερομόναχος Μακάριος Γαλατσίανος, ιδρυτής της ομώνυμης αγιογραφικής αδελφότητας. Το Κελλί «Παναγία τα Εισόδεια κάτωθεν της Ψωραρέας» ανήκε στο Πρωτάτο και παραχωρήθηκε στη Μονή το 1661. Στο Κελλί διέμενε και ο ιερομόναχος Ευθύμιος Σταυρουδάς, που υπήρξε ο πρώτος βιογράφος του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Στο Κελλί έγιναν εργασίες το 1986.
ζ) Το Κελλί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή του «Εξυπολύτου», που αρχικά ήταν ανεξάρτητο και το 1324 με έγγραφο του Πρώτου Ισαάκ παραχωρήθηκε στη Μονή, ενώ αναγνωρίστηκαν και οι «παλαιές» κτήσεις της. Σήμερα σώζεται μόνο ο ναός.
η) Το Κελλί της Αγίας Παρασκευής, όπου το 1986 έγιναν επισκευές στη στέγη και συντήρηση του παρεκκλησίου.
θ) Το Κελλί του Αγίου Υπατίου, το οποίο αναφέρεται σε έγγραφο του Πρώτου Υπατίου και της συνάξεως των Καρυών, του έτους 1568, με αφορμή διένεξη για τα όριά του. Επίσης σε ομολογία και αποδειξη της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου, του 1640, αναγνωρίζεται η κυριότητα της Μονής και τα όρια του Κελλίου.