ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Τον μεσαίωνα τα βιβλία ήταν πολύτιμα και δυσεύρετα αντικείμενα. Ένας ιδιώτης είχε πρόσβαση σε βιβλία μόνο αν ήταν πολύ εύπορος. Οι μοναχοί ενός μεγάλου Μοναστηριού ωστόσο, είχαν συχνά στη διάθεσή τους μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με πατερικά κείμενα, βίους αγίων, αλλά και διάφορα έργα αρχαίων και συγχρόνων τους συγγραφέων. Η βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος, που μετά από τη συντήρηση στεγάζεται πάλι στον δεύτερο όροφο του πύργου, περιλαμβάνει 450 χειρόγραφα και περισσότερα από 3500 έντυπα βιβλία. Υπέστη κατά καιρούς σοβαρές απώλειες και καταστροφές, όπως μετά την Επανάσταση του 1821, αλλά και αφαιμάξεις πολλών σημαντικών χειρογράφων, ορισμένα από τα οποία βρίσκονται σήμερα σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αρσενίου Σουχάνωφ, ο οποίος σε μια αποστολή του στο Άγιον Όρος τον 17ο αιώνα για λογαριασμό του Τσάρου και του πατριάρχη Μόσχας, αφαίρεσε εκατοντάδες κώδικες από τις βιβλιοθήκες όλων σχεδόν των αγιορειτικών μοναστηριών, μεταξύ αυτών και 31 χειρόγραφα της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. Οι κώδικες αυτοί βρίσκονται στη συλλογή της Συνοδικής Βιβλιοθήκης της Μόσχας (σήμερα Ιστορικού Μουσείου) με τους αριθμούς 30, 84, 90, 97, 106, 122, 130, 132, 135, 171, 176, 189, 191, 197, 207, 241, 280, 306, 307, 326, 341, 344, 348, 350, 354, 364, 369, 371, 410, 421, 464 στον κατάλογο του Vladimir και την ένδειξη «Βιβλίον τοῦ Παντοκράτορος Χριστοῦ» ή απλά «Τοῦ Παντοκράτορος».

Ανάγνωση.

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ

Οι μοναχοί του Αγίου Όρους ήταν ένα πολύ αντιπροσωπευτικό δείγμα της βυζαντινής κοινωνίας. Μεταξύ τους υπήρχαν και αναλφάβητοι αγρότες αλλά και μορφωμένοι αριστοκράτες και βέβαια λόγιοι, οι οποίοι και διάβαζαν κατ᾽ ιδίαν στο κελλί τους ή στην βιβλιοθήκη αλλά και έγραφαν επιστολές, σχόλια ή σημειώσεις γεγονότων στο περιθώριο βιβλίων, ή συνέγραφαν δικά τους έργα. Η βιβλιοθήκη του Μοναστηριού εμπλουτιζόταν διαρκώς με έργα που ενδιέφεραν αυτό το λόγιο αναγνωστικό κοινό, συγχρόνων και αρχαίων συγγραφέων, τα οποία δεν είχαν απαραίτητα θρησκευτικό περιεχόμνο. Ο άγιος Θεόδωρος, ο σπουδαίος ηγούμενος της μονής Στουδίου τον 9ο αιώνα, γράφει ότι τις μέρες που δεν υπήρχε κάποια σημαντική χειρωνακτική εργασία, χτυπούσε το σήμαντρο που καλούσε τους μοναχούς στη βιβλιοθήκη για να διαλέξουν βιβλίο να διαβάσουν. Σε πιο πρόσφατες εποχές το διαρκώς υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης έκανε την ιδιωτική μελέτη μια καθολική πρακτική, την οποία εφαρμόζει στο καθημερινό του πρόγραμμα ο μοναχός, όμοια με τον κανόνα του.

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑ

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑ

Είναι φυσικό, λοιπόν, οι λίγοι που είχαν άνεση στην ανάγνωση να διαβάζουν και για τους υπόλοιπους. Πέραν όμως από αυτήν την πράξη αλληλεγγύης, η ανάγνωση στο Βυζάντιο πιστεύεται πως γινόταν ούτως ή άλλως μεγαλόφωνα και καθαρά, ακόμη και όταν ο αναγνώστης ήταν μόνος του. Διαφορετικά από τις τωρινές πρακτικές, η ανάγνωση τότε κινητοποιούσε περισσότερες αισθήσεις. Είτε το δάχτυλο, είτε ένα λεπτό ραβδί, ο δείκτης του αναγνώστη περιδιάβαινε αργά τις σειρές του χειρογράφου, βοηθώντας τον να εστιάζει. Στον κόσμο διοργανώνονταν δημόσιες αναγνώσεις κειμένων σε αμφιθέατρα. Στους ναούς και στα μοναστήρια διάβαζαν δημόσια, φωναχτά, διάφορα αναγνώσματα στις ακολουθίες. Το Ευαγγελιστάριο, λειτουργικό βιβλίο με συνήθως όμορφη στάχωση (εξώφυλλο, δέσιμο) για δημόσια ανάγνωση, βάζει σε σειρά ανά ημέρα του χρόνου την αντίστοιχη ευαγγελική περικοπή. Κατά την διάρκεια της τράπεζας στα Μοναστήρια κάποιος μοναχός διαβάζει από το δισκέλι (πτυσσόμενο αναλόγιο), ή τις γιορτές απ᾽ τον άμβωνα (αν υπάρχει) λόγους πατέρων διδαχές γερόντων ή βίους αγίων, ώστε να ακούν οι υπόλοιποι όσο τρώνε σιωπηλά.

ΠΡΩΤΑ ΓΡΑΦΗ ΥΣΤΕΡΑ
ΑΝΑΓΝΩΣΗ

ΠΡΩΤΑ ΓΡΑΦΗ ΥΣΤΕΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Τον Μεσαίωνα η σχέση της κοινωνίας με τα βιβλία ήταν πολύ διαφορετική. Η ικανότητα της ανάγνωσης από τη μία και η πρόσβαση σε βιβλία από την άλλη, ήταν σαφώς περιορισμένες σε σχέση με σήμερα και αφορούσαν ένα μικρό μόνο μέρος της κοινωνίας. Όπως στην αρχαιότητα, έτσι και στο Βυζάντιο, οι άνθρωποι που είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση μάθαιναν πρώτα να γράφουν με κεφαλαία γράμματα, και στο επόμενο μόνο στάδιο να διαβάζουν, πάλι κεφαλαία, πρώτα ένα-ένα τα γράμματα, ύστερα τις συλλαβές, τις λέξεις, τις προτάσεις. Οι περισσότεροι λοιπόν που είχαν εκπαιδευτεί, μπορούσαν να γράψουν αργά μια λέξη όπως το όνομά τους, λιγότεροι μπορούσαν να διαβάσουν επιγραφές σε κεφαλαία, στις εικόνες, στα νομίσματα, στους δρόμους. Πολύ λιγότεροι μπορούσαν να διαβάζουν κείμενα και μόνον οι πιο μορφωμένοι ήταν σε θέση να διαβάζουν κείμενα σε μικρογράμματη γραφή με κανονική ταχύτητα λόγου. Το βιβλίο που χρησιμοποιούσαν σαν αναγνωστικό ήταν συνήθως το ψαλτήρι.

Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, τοιχογραφίες μονής Παντοκράτορος, περίπου 1372/3.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η νέα τροπή της ιστορίας των βιβλίων εκδηλώνεται ίσως στα πρώτα χριστιανικά χρόνια κατά τη διάδοση της νέας θρησκείας, που είναι θρησκεία βιβλίου. Η ανάγκη αναπαραγωγής και ευρείας χρήσης του Ευαγγελίου, ως βιβλίου αναφοράς, εντατικοποιεί την παραγωγή χειρογράφων, προάγει την τεχνολογία της παραγωγής τους και τα κάνει πιο εύχρηστα και πιο ανθεκτικά, αλλάζοντας το σχήμα τους από ειλητά (ρολά) σε κώδικες (βιβλία). Η σχέση του Χριστιανισμού ως ενός κυρίαρχου χαρακτήρα της βυζαντινής κοινωνίας με την πρακτική της ανάγνωσης φαίνεται και από το ότι περίπου τα 9/10 των βυζαντινών χειρογράφων που έχουν διατηρηθεί έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Μοιάζει λοιπόν αρκετά αναμενόμενο, το βυζαντινό Μοναστήρι να χρησιμοποιεί αλλά και να παράγει πλήθος βιβλίων. Ήταν άραγε έτσι;