Το κελί του Ραβδούχου.

ΠΑΛΑΙΑ ΜΟΝΥΔΡΙΑ

ΠΑΛΑΙΑ ΜΟΝΥΔΡΙΑ

Η Μονή ιδρύθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 14ου αιώνος σε μια περιοχή όπου κατά τους παρελθόντες αιώνες είχαν ιδρυθεί έξι μονύδρια. Αυτά, με την πάροδο του χρόνου και για διαφόρους λόγους -κυρίως εξαιτίας των αλλεπάλληλων πειρατικών επιδρομών-, είχαν παρακμάσει και είτε είχαν διαλυθεί, είτε λειτουργούσαν πλέον ως κελλιά. Γι᾽ αυτό και οι κτίτορες μερίμνησαν εξάρχης να περιέλθουν είτε εξ αγοράς είτε δια δωρεάς στην κυριότητα της Μονής. Πρόκειται για τα παρακάτω έξι μονύδρια, τα οποία μνημονεύονται σε έγγραφα του Αρχείου της Μονής από το 1392 και εντεύθεν ως κελλία ή μετόχια :

Αγίου Αυξεντίου: Μαρτυρείται από το έτος 1287, όταν ο μοναχός του Θεόδουλος μνημονεύεται σε έγγραφο της Μεγίστης Λαύρας. ως επιτηρητής του Αγίου Όρους. Βρισκόταν βορειοδυτικά της Moνής, στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται το Κελλί του Αγίου Προκοπίου.

Αγίου Δημητρίου του Κυνόποδος: Μνημονεύεται ήδη το έτος 1048 και συνόρευε με το μονύδριο του Φαλακρού. Έγγραφο Υπόμνημα του Πρώτου του Αγίου Όρους Ιωάννη Ταρχανιώτη, με το οποίο ρυθμίζονταν τα σύνορα μεταξύ των δύο ανωτέρω μονών, που χρονολογείται το Νοέμβριο του 1107, αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πρωτότυπο έγγραφο του αρχείου της Μονής.

Ραβδούχου: Αποτελεί την πρώτη κτήση των ιδρυτών της Moνής στο Άγιον Όρος. Σύμφωνα με χρυσόβουλλο του αυτοκράτορος Ιωάννου Ε´ Παλαιολόγου, χρονολογούμενο το 1357, το Κελλί του Ραβδούχου, το οποίο είχε καταστραφεί ολοσχερώς από επιδρομές των Τούρκων, παραχωρήθηκε από τον Πρώτο Δωρόθεο στους δύο αδελφούς, με την υποχρέωση να το ανοικοδομήσουν. Η Μονή του Ραβδούχου (ή Ραβδά) μνημονεύεται ήδη σε Βατοπεδινό έγγραφο του 998, ενώ στην ευρύτερη περιοχή αναπτύχθηκε και μια Σκήτη, μνημονευόμενη ως «τα ησυχαστήρια του Ραβδά».

Σωτήρος: Μνημονεύεται μεταξύ των μετοχίων της Moνής και θεωρείται ότι εξαιτίας της προϋπάρξεώς του στην περιοχή δημιουργήθηκε η παράδοση που ανάγει την ίδρυση της Moνής Παντοκράτορος στη βασιλεία του Αλεξίου Α' Κομνηνού. Δεν είναι γνωστή η ακριβής θέση της ούτε και δύναται να ταυτισθεί με βεβαιότητα με τη Μονή του Δωροθέου, η οποία γειτνίαζε με τις Μονές Φαλακρού, Ξυλουργού και Κυνόποδος και στην οποία εμφανίζεται σε έγγραφο του 1107 να ανήκει ο αγρός του Σωτήρος. Πιθανώς βρισκόταν σε μικρή απόσταση από τη Μονή.

Φακηνού: Βρισκόταν σε απόσταση μισής ώρας νοτίως της Moνής, κοντά στη σημερινή «αμπελικιά», στα σύνορα με τη Μονή Σταυρονικήτα, και τιμώνταν στα Εισόδια της Θεοτόκου. Κτήτοράς της υπήρξε ο Ιωάννης Φακηνός, ο οποίος μνημονεύεται για πρώτη φορά το 985 και διετέλεσε Πρώτος του Αγίου Όρους από το 991 ώς το 996. Σήμερα σώζονται ο ναός με τοιχογραφίες του 17ου αιώνος και τα ερείπια της πάλαι ποτέ Moνής του Φακηνού.

Φαλακρού: Βρίσκεται σε απόσταση μιας ώρας βορειοδυτικά της Moνής, στα σύνορά της με τη Μονή Βατοπεδίου, και μνημονεύεται στις αγιορειτικές πηγές από το 991 ως το 1398 ως μονή του Ασωμάτου ή του Φαλακρού. Έλαβε την προσωνυμία του Φαλακρού προφανώς από τον ηγούμενο και πιθανό κτήτορά της Νικηφόρο Φαλακρό, ο οποίος μνημονεύεται σε έγγραφο της Μεγίστης Λαύρας το 991. Σήμερα διατηρούνται σε ερειπιώδη μορφή το καθολικό και ο πύργος της. Στον βόρειο τοίχο του ναού (σήμερα στο Σκευοφυλάκιο) βρισκόταν τοποθετημένη επιγραφή του έτους 1647/8, στην οποία μνημονεύεται ο ηγούμενος της Moνής Παντοκράτορος Ιερεμίας.

Η Μονή κατέχει επίσης ως εξαρτήματα στην περιοχή των Καρυών, κοντά στη Μονή Κουτλουμουσίου, τα Κελλιά του Ευαγγελισμού, του Αγίου Νικολάου (Δαμασκηνού), της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Σύμφωνα με τον Μπάρσκυ, η Μονή είχε στην κυριότητά της και μια ερειπωμένη Σκήτη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, προφανώς τη σημερινή Βογορόδιτσα, στα σύνορά της με τη Μονή Βατοπεδίου. Αν και δεν επιβεβαιώνεται από κανένα έγγραφο του Αρχείου της Μονής, η μαρτυρία αυτή ενισχύεται από την ύπαρξη στο Σκευοφυλάκιο της Μονής μιας αχρονολόγητης σφραγίδας της Σκήτης αυτής σε σλαβονική γραφή. Είναι πιθανόν η Σκήτη να περιήλθε στην κυριότητα της Μονής για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια να περιήλθε και πάλι στη Μονή Άγ. Παντελεήμονος.


Το τέμπλο του κεντρικού ναού της σκήτης Προφήτου Ηλιού.

Η ΣΚΗΤΗ ΤΟΥ
ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Η ΣΚΗΤΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Η υπαγόμενη στη Μονή Σκήτη του Προφήτου Ηλία δεσπόζει σήμερα με τα πολυώροφα κτήριά της στα δασωμένα υψώματα, βορειοδυτικά της Μονής και σε απόσταση πεζοπορίας 30 λεπτών από αυτήν, μέσα από μια εξαιρετικά όμορφη διαδρομή.
Στην περιοχή αυτή πριν από τα μέσα του 18ου αιώνος υπήρχαν λίγα κελλιά, μεταξύ των οποίων και το Κελλί του Προφήτου Ηλιού, το οποίο ανοικοδομήθηκε και μετατράπηκε στην ομώνυμη Σκήτη το 1757 από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι, τη σημαντικότερη μορφή του σλαβικού μοναχισμού κατά τον αιώνα αυτό, μεταφραστή της Φιλοκαλίας και φορέα του φιλοκαλικού πνεύματος στο σλαβικό κόσμο. Ο όσιος Παΐσιος είχε εγκατασταθεί στην περιοχή της Μονής το 1746 και σύντομα προσείλκυσε κοντά του μεγάλο αριθμό μοναχών, γεγονός που ευνόησε τη δημιουργία της Σκήτης με βάση τους κανόνες του κοινοβιακού συστήματος. Αν και δεν μαρτυρείται η ύπαρξη Κανονισμού για τη λειτουργία της Σκήτης, ωστόσο αυτή αναγνωρίσθηκε και από τον εγκαταβιούντα τότε στη Μονή πρώην οικουμενικό πατριάρχη Σεραφείμ Α´. Η αύξηση των μοναχών της αδελφότητας του Παϊσίου, τον οδήγησε στην απόφαση να επανδρώσει μαζί με τη συνοδεία του την εγκαταλελειμμένη εξαιτίας των χρεών της Ιεράς Μονή Σίμωνος Πέτρας το 1762, απ᾿ όπου, όμως, αναγκάστηκε να αναχωρήσει μετά από ολιγόμηνη παραμονή. Τελικά, μετά από σύντομη επιστροφή στη Σκήτη του Προφήτη Ηλία, αναχώρησε για τη Βλαχία, όπου έδωσε νέα πνοή στο σλαβικό μοναχισμό.
Μετά την αναχώρησή του η Μονή παραχώρησε τα οικήματα της Σκήτης σε Έλληνες μοναχούς και η Σκήτη μετατράπηκε σε ιδιόρρυθμη. Σε αυτή την κατάσταση παρέμεινε ώς την Επανάσταση του 1821, οπότε και ερημώθηκε. Μετά την αποχώρηση όμως των τουρκικών στρατευμάτων το 1835, εγκαταστάθηκε στη Σκήτη ο Ρώσος μοναχός Ανίκητος με δεκαπενταμελή συνοδεία. Επακολούθησε μια περίοδος προστριβών μεταξύ της Μονής και των Ρώσων μοναχών της Σκήτης, η οποία έληξε το 1839, ύστερα από διαμεσολάβηση του Κωνσταντίνου Σπανδωνή και του διερμηνέα του Ρωσικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη Πετροσέσκυ, οπότε «εγένετο συμβόλαιον κανονίζον τας της κυριάρχου Μονής και σκήτης σχέσεις, όπερ επεκυρώθη και υπό της ιεράς Κοινότητος».
Η κατάσταση στη Σκήτη μεταβλήθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος, όταν ο Ρώσος Δικαίος Τωβίας επιχείρησε, στο πλαίσιο του οργιάζοντος τότε πανσλαβισμού, να επεκτείνει το κτηριακό συγκρότημα της Σκήτης και να ανεγείρει νέο, μεγάλων διαστάσεων, Κυριακό. Εντέλει, μετά από μακρούς δικαστικούς αγώνες, ο Τωβίας κατόρθωσε να επιτύχει την έγκριση για την ανέγερση νέων οικοδομών και την εγκαταβίωση στη Σκήτη 130 μοναχών και 20 δοκίμων. Το 1893 θεμελιώθηκε νέα πενταώροφη πτέρυγα, ενώ το 1900 ο Ρώσος ναύαρχος Βιρίλωφ και ο πατριάρχης Ιωακείμ Γ´ θεμελίωσαν το νέο, επιβλητικό και πολυτελή Κυριακό ναό της Σκήτης. Παρά ταύτα η ένταση και η αντίδραση στα διενεργούμενα σχέδια των Ρώσων μοναχών της Σκήτης αποτυπώνεται στη φράση του Γερ. Σμυρνάκη: «αποτέλεσμα υπήρξεν εν τέλει η ανάπτυξις και η αύξησις της σκήτης, ήτις, ενώ είναι μεγαλοπρεπής και πολυάνθρωπος Μονή, κατ᾿ ευφημισμόν και προς χλευασμόν των ανεχομένων αυτήν καλείται σκήτη».
Μετά από μια περίοδο ύφεσης και παρακμής κατά τη διάρκεια του παρελθόντος αιώνος, η Σκήτη του Προφήτου Ηλιού επανδρώθηκε τον Μάιο του 1992 από τη συνοδεία του δραστηρίου Γέροντος και Δικαίου αυτής, αρχιμανδρίτου κ. Ιωακείμ (Καραχρήστου), γεγονός που σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας περιόδου ακμής και πνευματικής ανθήσεως της Σκήτης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η λαογραφική συλλογή της Σκήτης του Προφήτη Ηλία, με σπάνια εκθέματα από εργαλεία και σκεύη που χρησιμοποιούνταν από τους μοναχούς κατά το παρελθόν. Ειδικότερα, η Συλλογή αυτή φιλοξενεί εκθέματα από το νοσοκομείο και το φαρμακείο της Σκήτης, το ξυλουργείο, το σιδηρουργείο, το ελαιοτριβείο, το υποδηματοποιείο, το τυπογραφείο και άλλους χώρους που χρησιμοποιούνταν για τα διάφορα διακονήματα της Σκήτης.

Ο «κόπανος» σημαίνει τις ακολουθίες.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΕΛΛΙΩΝ
ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΕΛΛΙΩΝ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ

Εξαρτήματα της Μονής στην περιοχή της Καψάλας, καθώς και στην ευρύτερη περιοχή της Μονής είναι τα εξής Κελλιά και Καλύβες:

α) Κελλιά
1. Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (Νταούτη)
2. Αγίου Νικολάου (Χατζούδα)
3. Αγίου Νικολάου (Βούλγαρη)
4. Θείας Μεταμορφώσεως (Μουτάφη)
5. Αγίου Γεωργίου (Φανερωμένου)
6. Άξιον Εστίν.


β) Καλύβες
1. Παφνουτίου
2. Αγίου Σάββα
3. Αγίου Μηνά
4. Αγίων Αποστόλων
5. Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου
6. Υπαπαντής
7. Αγίου Δημητρίου τομ Ροστώβ
8. Αγίου Νικολάου (Γερμανού)
9. Ευαγγελισμού (του Γουρία)
10. Αγίου Μανδηλίου
11. Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ
12. Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ
13. Ευλογιάρη
14. Αγίου Γεωργίου (Λειβαδογένη)
15. Ιλαρίωνος
16. Κοκκίνου
17. Αγίου Νικολάου (Συνεσίου)
18. Ιερεμίου
19. Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης
20. Γεννήσεως της Θεοτόκου
21. Εισοδίων της Θεοτόκου (Κυριακό)
22. Δημητρίου
23. Αγίου Γεωργίου (Θασίτου)
24. Αγίου Νικολάου (Νικοδήμου)
25. Ζωσιμά ή Γοργοεπηκόου
26. Νέα Νικοδήμου
27. Κοιμήσεως της Θεοτόκου
28. Αγίου Βασιλείου - Οσίου Θεοφίλου
29. Καλαμίδα
30. Αγιορειτών Πατέρων (Δαλματίου)
31. Κηπουρού
32. Αγίων Πάντων
33. Μητροφάνους
34. Αγίων Αναργύρων
35. Δραμιάρη
36. Παναγούδα - Φακηνού
37. Βαρελλά
38. Νεοφύτου
39. Ευσταθίου (Παπα-Δαμασκηνού)
40. Ταμβάκη
41 . Θεωνά
42. Ακαθίστου
43. Παλαιά Τσούγκα
44. Του Βασιλείου
45. Του Πορφυρίου (του Φιλοθέου)
46. Βιταλίου
47. Νέα Καλύβη (Καλλιστράτου)
48. Αγίου Μητροφάνους
49. Νέα Καλύβη (Βαρσανουφίου)
50. Νέα Καλύβη (Μοδέστου)
51. Ξεροκάλυβο.

Από τα ανωτέρω Κελλιά και Καλύβες τα πλέον αξιομνημόνευτα είναι τα εξής:

1) Το Κελλί «Άξιον Εστίν», αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, «εν τω, λάκκω του Άδειν», κάτω από τη Ρωσική Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, στο οποίο συνέβη το σχετικό θαύμα της ψαλμωδήσεως και διδασκαλίας του αρχαγγελικού ύμνου «Άξιον εστίν ως αληθώς…» από τον αρχάγγελο Γαβριήλ στον υποτακτικό του Κελλιού, στον οποίο εμφανίσθηκε ως μοναχός. Σύμφωνα με τη Διήγηση που συνέταξε ο Πρώτος του Αγίου Όρους Σεραφείμ θυηπόλος τον 16ο αιώνα, το θαύμα συνέβη στο Κελλί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου «εν τη τοποθεσία της ιερας Moνής του Παντοκράτορος».

2) Το Κελλί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (Νταούτη) είναι ένα από τα αρχαιότερα κελλιά, αφού μνημονεύεται στις πηγές ήδη από τον 15ο αιώνα. ο ναός του είναι εξ ολοκλήρου αγιογραφημένος, ενώ στον εξωνάρθηκα υπάρχουν παραστάσεις από τον βίο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. στο υπέρθυρο του Κυρίως Ναου σώζεται η παρακάτω επιγραφή:
«Ο ιερός και θείος ναός ούτος του Αγίου
ενδόξου και πανευφήμου αποστόλου
και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου
ιστορήθη δια δαπάνης του Πανοσιωτάτου
κυρίου Χρυσάνθου ιερομονάχου και Δαμιανού
μοναχού των αυταδέλφων και Λημναίων
δια χειρός Μακαρίου ιερομονάχου
του εκ Γαλατίστης και της συνοδίας
αυτού 1843 Σεπτεμβρίου ιη´».

3) Το Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου· καλείται έτσι από την ομώνυμη θαυματουργό εικόνα που φυλάσσεται σήμερα στη Μονή. Το Κελλί ιδρύθηκε στη θέση του αρχαίου μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Πλάκαρη που μνημονεύεται από τον 15ο αιώνα.

4) Η Καλύβη του Αγίου Βασιλείου, την οποία ανακαίνισε ο όσιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης στις αρχές του 16ου αιώνος και όπου, σύμφωνα με την παράδοση, βρίσκεται θαμμένο το σκήνωμά του έως σήμερα. Στην ίδια περιοχή υπάρχει και αγίασμα του Οσίου, που ανέβλυσε μετά από τις προσευχές του. Στην ίδια Καλύβη εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και, κατά την τοπική παράδοση, ο όσιος Γεράσιμος ο νέος. Ο όσιος Νικόδημος συνέχισε την άσκησή του στην ίδια περιοχή, και ειδικότερα στις Καλύβες Αγίου Μανδηλίου, Νέα Νικοδήμου και Αγίου Νικολάου.

5) Η Καλύβη των Εισοδίων της Θεοτόκου, το παλαιό Κυριακό της Καψάλας, διατηρείται μέχρι σήμερα. Στην κόγχη του ναού της σώζονται τοιχογραφίες που φέρουν χρονολογία ΑΨ (1700).

6) Ένα ελάχιστα γνωστό προσκύνημα της περιοχής είναι και το αγίασμα της Καλύβης του Γενεσίου της Θεοτόκου, το οποίο ανέβλυσε μετά από υπόδειξη της Παναγίας σε μοναχό της Καλύβης.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το Αρχείο της Moνής στην περιοχή υπήρχαν άλλα 15 έως 20 κτίσματα, τα οποία παραμένουν αταύτιστα.


Ο προστατευμένος μικρός λιμένας.

Η ΣΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ

Η ΣΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ

Στη Μονή ανήκει η μεγάλη περιοχή βορειοανατολικά των Καρυών, που φθάνει ως τα σύνορά της με τη Μονή Σταυρονικήτα, γνωστή σήμερα ως «Καψάλα», πιθανόν εξαιτίας κάποιας παλαιάς πυρκαγιάς, που αποτέφρωσε το δάσος της. Ακριβέστερα, η Καψάλα διαιρείται σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το πρώτο ανήκει στη Μονή Παντοκράτορος, ενώ το δεύτερο στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα. Πρόκειται κυριολεκτικά για μια ιδεώδη ασκητική παλαίστρα, «τήν πλέον κατάλληλον περιοχήν δι᾽ άσκησιν και ησυχασμόν και καλλιέργειαν της μυστικής εν Χριστώ ζωής ... Οι κυματοειδείς λόφοι της, πεποικιλμένοι υπό των ταπεινών Καλυβών, την απέριττον θέαν και την μεταρσιούσαν πνευματικήν προβολήν των, ως ιερών σταδίων, ένθα χέονται ασκητικοί ιδρώτες και θεοφιλή δάκρυα, έλκουν εις αγάπην τας αγίας ψυχάς, απεκδεχομένας την "ανθοποιόν αρετήν εξ ερημαίων λόφων"».
Στις πηγές μνημονεύεται και ως «Σκήτη Παντοκράτορος», αν και κατά το παρελθόν είχαν διατυπωθεί επιφυλάξεις για το εάν λειτούργησε ποτέ ως Σκήτη, με την ύπαρξη δηλ. ενός Κυριακού στο οποίο τελούνταν οι κοινές λατρευτικές συνάξεις όλων των σκητιωτών. Εντούτοις, στον Βίο του οσίου Νικοδήμου που συνέταξε ο παραδελφός του Ευθύμιος, σημειώνεται για τον γέροντα του Οσίου, Αρσένιο Μωραΐτη, ότι «εκατοίκησεν εις το Κυριακόν της Σκήτεως του Παντοκράτορος», ενώ και ο Μπάρσκυ, που επισκέφθηκε την περιοχή το 1744, σημειώνει ότι οι ασκητές των Καλυβών συγκεντρώνονταν στην Καλύβη των Εισοδίων (εξ ου και «Σκήτη των Εισοδίων»). Ο Σμυρνάκης, όμως, μνημονεύει την, λιγότερο πιθανή, προφορική παράδοση «ότι τα ασκητήρια της Καψάλας συνεκρότουν το πάλαι σκήτην μετά Κυριακού ναού, όστις λέγεται ότι είναι ο της ήδη ρωσικής καλύβης των Αγίων Αποστόλων». Από συνοδικό πατριαρχικό έγγραφο που απολύθηκε στις 31 Μαΐου του 1879, επί πατριαρχίας του Ιωακείμ Γ´, πληροφορούμαστε και για μια μεταγενέστερη απόπειρα - που δεν ευοδώθηκε - των μοναχών που εγκαταβιούσαν στο Κελλί του Αγίου Βασιλείου να συστήσουν Σκήτη «μετά των πέριξ αυτού καλυβών». Γεγονός είναι πάντως ότι κατά τον προηγούμενο αιώνα στην Καψάλα ασκήτευαν δεκάδες Ρώσων, Ελλήνων και Ρουμάνων μοναχών, στοιχείο που προβάλλει ο Κοσμάς Βλάχος με τον έξης χαρακτηριστικό τρόπο: «Οπωσδήποτε ο εν Καψάλα πληθυσμός παριστά εν μικρογραφία εικόνα της μη φυλετιζούσης οικουμενικής ορθοδοξίας».