Περίτεχνη μεταλλική θύρα.

ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

Η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου διαθέτει, όπως όλες οι αθωνικές Μονές, πλούσιο αρχείο, το οποίο το ταξινομείται με βάση τη γλώσσα των εγγράφων. Έτσι, αναφερόμαστε στο ελληνικό, το οθωμανικό και το ρουμανικό αρχείο. Έγγραφα, πάντως, διαφορετικής γλώσσας έχουν παρεισφρήσει μέσα σε κάθε ενότητα με το πέρασμα των αιώνων. Ως εκ τούτου, στο ρουμανικό και το οθωμανικό αρχείο απαντούν και λίγα ελληνικά έγγραφα. Το αρχείο γενικά παρουσιάζει χάσματα, παρ’ όλο που η Μονή δεν υπέστη καταστροφές από πυρκαγιές, πέραν αυτής του 1902, στην οποία κάηκαν οι περίπου 250 σλαβικοί κώδικες. Το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ χωρίζεται σε βυζαντινό, μεταβυζαντινό και νεότερο. Το βυζαντινό αρχείο αποτελείται από 58 φακέλους, οι οποίοι περιέχουν από ένα έγγραφο έκαστος. Εδώ εντάσσονται και τα 17 σερβικά έγγραφα του 15ου αιώνα που φυλάσσονται στο αρχείο της Μονής, 6 από τα οποία αποτελούν μεταφράσεις αντίστοιχων ελληνικών. Επίσης εντάσσονται ένα ρουμανικό και ένα οθωμανικό. Για την περίοδο από τις απαρχές της Μονής μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα σώζονται 34 έγγραφα – από τα οποία μόνο 4 για την πρώτη φάση της ιστορίας της Μονής – ενώ για τον 16ο και τον 17ο σώζονται από ένα έγγραφο. Το μεταβυζαντινό αρχείο χωρίζεται σε δώδεκα φακέλους με ποικίλο αριθμό εγγράφων εντός εκάστου. Ο 18ος αιώνας εκπροσωπείται από περίπου 50 έγγραφα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία από το δεύτερο μισό. Μέσα σε αυτά υπάρχουν λίγα που αφορούν τα μετόχια στη Ρουμανία. Το νεότερο αρχείο, που περιλαμβάνει έγγραφα του 19ου και του 20ού αιώνα, είναι τοποθετημένο σε 196 μεγάλους φακέλους και άλλους 41 μικρούς. Η πλήρης ταξινόμησή του δεν έχει ολοκληρωθεί. Το ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ βρίσκεται σε 20 αριθμημένους φακέλους, ενώ άλλοι πέντε περιέχουν ανάμεικτα οθωμανικά και ελληνικά έγγραφα. Συνολικά υπάρχουν περίπου 1.000 οθωμανικά έγγραφα, τα μισά από τα οποία προέρχονται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μέχρι το 1912. Στη Μονή φυλάσσεται το παλαιότερο πρωτότυπο οθωμανικό έγγραφο εντός της Αθωνικής χερσονήσου και ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο, χρονολογημένο το 1386. Γύρω στα 17 είναι τα έγγραφα του 15ου αιώνα, ενώ περίπου 180 χρονολογούνται από τον 16ο. Περίπου 200 έγγραφα προέρχονται από τον 17ο, 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα, με τα περισσότερα από αυτά να ανήκουν στην τελευταία χρονικά φάση. Το ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ αποτελείται από 994 έγγραφα, ταξινομημένα σε 7 φακέλους. Χρονικά, τα έγγραφα εκτείνονται από τον 15ο μέχρι τον 20ό αιώνα, με πύκνωση στον 19ο αιώνα από όπου προέρχονται 525 έγγραφα, ενώ 100 προέρχονται από τον 17ο αιώνα και 357 από τον 18ο. Μέσα σε αυτά υπάρχουν και λίγα έγγραφα στην ελληνική γλώσσα. Ο χωρισμός των εγγράφων του αρχείου σε φακέλους είχε γίνει αρχικά από τους μοναχούς και εξυπηρετούσε τα τρέχοντα θέματα της Μονής, τα οποία για το σημερινό μελετητή δεν είναι γνωστά, όπως και η λογική οργάνωσης του αρχείου σε φακέλους. Με βάση τις αριθμοδοτήσεις που υπάρχουν πάνω στα έγγραφα μπορεί να υποστηριχθεί γενικά ότι μια πρώτη ταξινόμηση θα συνέβη στις αρχές του 19ου αιώνα, πιθανώς στο πλαίσιο της γενικότερης ανακαίνισης της Μονής από τον Άνθιμο Κομνηνό. Μια δεύτερη ταξινόμηση έγινε τις δεκαετίες 1920 και 1930, όταν, λόγω της απαλλοτρίωσης, η Μονή είχε χάσει όλα τα μετόχια της και έπρεπε να έχει μια συνολική εικόνα των εγγράφων της. Τέλος, τη δεκαετία του 1960 ο τότε βιβλιοθηκάριος γέρων Θεοδόσιος έβαλε για πρώτη φορά σε φακέλους τα έγγραφα και προσπάθησε να κάνει μια ταξινόμηση, σύμφωνα με τις σύγχρονες μεθόδους. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1970 από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών για τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά έγγραφα, από το Πανεπιστήμιο Κρήτης για τα οθωμανικά, ενώ γύρω στο έτος 2000 ένας Ρουμάνος ερευνητής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ταξινόμησε και εξέδωσε τα ρουμανικά έγγραφα. Τα είδη των εγγράφων καλύπτουν μια μεγάλη κλίμακα. Το ίδιο ευρεία είναι και η ταυτότητα των εκδοτών τους: η ίδια η Μονή, μεμονωμένοι μοναχοί, Αθωνικά θεσμικά όργανα (π.χ. η Ιερά Κοινότητα), άλλες Μονές, κρατικές ή τοπικές αρχές (βυζαντινές, οθωμανικές, ρουμανικές), απλοί άνθρωποι αποτελούν εκδότες ή παραλήπτες εγγράφων που φυλάσσονται στο αρχείο. Τα θέματα που συνήθως ενδιαφέρουν αφορούν κτηματικά ζητήματα, φορολογικά, υποθέσεις δανεισμών, ενώ λιγότερα είναι αυτά που σχετίζονται με πολιτικά ή πνευματικά θέματα. Μέσα από τα έγγραφα αναδύεται ο κόσμος των μοναχών, η καθημερινότητά τους, τα προβλήματα που τους απασχολούσαν για την υλική επιβίωσή τους και ο τρόπος επίλυσής τους. Παρ’ όλα τα χάσματα, η μεγάλη χρονική διάρκεια του αρχείου από τον 11ο μέχρι τον όψιμο 20ό αιώνα δίνει την αίσθηση της συνέχειας αλλά και των αλλαγών που υπέστη η Μονή, ξαναζωντανεύοντας τις εναλλαγές των εποχών και των κυριάρχων στην περιοχή της Μακεδονίας.


Θέα από το εσωτερικό της Μονής.

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Όταν στο πρώτο ταξίδι του στο Άγιον Όρος το 1725 επισκέφτηκε την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου, ο Μπάρσκι, όπως γράφει, βρήκε ότι «η ανάγνωση και η υμνωδία και όλη η εξουσία [στη μονή] ήσαν βουλγαρικά», ενώ μία εικοσαετία αργότερα, στη δεύτερη επίσκεψή του το 1744, παρατήρησε ότι «δεν σώζεται τίποτε από αυτά, εκτός από τη σλαβονική βιβλιοθήκη, όπου βρίσκονται και πολλά και διάφορα βιβλία, τυπωμένα και χειρόγραφα». Σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα, το 1837, ο βρετανός περιηγητής Robert Curzon έγραψε ότι βρήκε σε ένα μικρό κλειστό δωμάτιο περίπου 250 σερβικά και μερικά βουλγαρικά χειρόγραφα και μόνον έναν ελληνικό κώδικα του 12ου ή 13ου αιώνα. Όπως αναφέρει μάλιστα, ο ηγούμενος της μονής τού χάρισε ως ενθύμιο της επίσκεψής του στον Άγιο Παύλο τρεις σλαβικούς κώδικες που περιείχαν αντίγραφα ευαγγελίων. Στη δική του ιστορική και κριτική μελέτη για τη Χερσόνησο του Αγίου Όρους, τις μονές και τους μοναχούς της, την οποία εξέδωσε στις αρχές του 20ού αιώνα (1903), ο αγιοπαυλίτης μοναχός Κοσμάς Βλάχος αναφέρει ότι στην εποχή του η Βιβλιοθήκη περιείχε 94 ελληνικά χειρόγραφα, από τα οποία πέντε ήταν περγαμηνά που χρονολογούνταν από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα, ενώ τα υπόλοιπα ήταν χαρτώα, από τον 14ο ως τον 18ο αιώνα. Κατά την καταγραφή του Σπυρίδωνος Λάμπρου το 1888, η οποία συμπληρώθηκε το 1894, υπήρχαν στη Βιβλιοθήκη 1.500 βιβλία, από τα οποία τα 94 χειρόγραφα. Κατά τον επί αρκετά χρόνια βιβλιοθηκάριο, μακαριστό γέροντα λόγιο Θεοδόσιο Αγιοπαυλίτη (1901-1987), οι ιστορικοί του Αγίου Όρους, αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον, γράφουν ότι η Βιβλιοθήκη της Μονής καταστράφηκε κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1901, πράγμα αναληθές. Εκείνο που πιθανότατα συνέβη είναι ότι καταστράφηκαν οι 250 χειρόγραφοι, κατά το πλείστον σερβικοί και λίγοι βουλγαρικοί, κώδικες, τους οποίους είχε από παλιά η μονή (ίσως να ήταν αυτοί που είχε δει και ο Curzon), οι οποίοι όμως δεν είχαν τεθεί υπόψη του καθηγητή Σπ. Λάμπρου. Απεναντίας, ανέφερε ο μακαριστός Θεοδόσιος, όλα τα σερβικά και σλαβονικά έγγραφα είχαν διασωθεί άπαντα και αποτελούσαν σημαντικό κειμηλιακό πλούτο για τη μονή. Στις μέρες μας η Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου στεγάζεται στον όροφο της νότιας πτέρυγας της μονής και είναι πολύ καλά οργανωμένη. Περιλαμβάνει 494 χειρόγραφα και περίπου 20.000 έντυπα βιβλία. Από αυτά τα τελευταία το αρχαιότερο είναι η Γραμματική του Χρυσολορά, τυπωμένη στη Βενετία το 1483. Από τα χειρόγραφα, το σημαντικότερο είναι ο περγαμηνός κώδικας με τις Πράξεις των Αποστόλων, με παρασελίδια σχόλια, που χρονολογείται στον 10ο ή 11ο αιώνα. Η αγιοπαυλίτικη συλλογή μουσικών χειρογράφων είναι μία από τις μεγαλύτερες στο Άγιον Όρος με 177 χειρόγραφα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ένας σπουδαίος κώδικας του 1758, που περιέχει τον Ακάθιστο Ύμνο και Κρατηματάριο, έργο του γραφέα Θεοδοσίου του Χίου, ιεροδιακόνου και πρωτοψάλτη τη Σμύρνης.


Ο βαρύς μπρούτζινος σταυρός που φορούσε ο όσιος Παύλος φυλάσσεται στο Μοναστήρι.

ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑ,
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑ, ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

Στα πολύτιμα έργα μικροτεχνίας της Μονής εντάσσεται ένα μικρό ξύλινο δίπτυχο που φέρει 26 μικρογραφίες με το Δωδεκάορτο και τους τέσσερις Ευαγγελιστές καθώς και άλλους αγίους (τέλος 13ου - αρχές 14ου αιώνα) και ένα ξύλινο φορητό εικονίδιο (προσκυνητάρι) με σπάνια υάλινη παράσταση ένθρονου Ιησού με τη Δέηση (Παναγία, άγιο Ιωάννη και δύο αρχαγγέλους) πλαισιωμένο από μετάλλια με προτομές αγίων, πολυτελές έργο βενετσιάνικου εργαστηρίου (τέλος 13ου αιώνα). Επίσης, μεταξύ των κειμηλίων της Μονής εντυπωσιάζει ένας ξύλινος σταυρός με μικρογραφίες Δωδεκαόρτου, ο οποίος στηρίζεται σε ορειχάλκινη βάση με αραβικές επιγραφές. Πέραν των ιερών λειψάνων και των πολύτιμων έργων μικροτεχνίας, η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου διαφυλάττει μια πολύ σημαντική και αξιόλογη συλλογή βυζαντινών φορητών εικόνων που χρονολογούνται από τον 12ο αιώνα και κυρίως στην ύστερη βυζαντινή/παλαιολόγεια περίοδο. Η παλαιότερη από αυτές είναι μία εικόνα της Παναγίας, γνωστή ως «Καθρέφτης», που ανάγεται σύμφωνα με την παράδοση στα χρόνια της Εικονομαχίας και θεωρείται ότι ανήκε στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγο του Θεοφίλου, η οποία την έκρυβε πίσω από τον καθρέφτη της στην κάμαρά της, εξ’ ού και το όνομα της εικόνας. Τα τεχνοτροπικά και εικονογραφικά στοιχεία της την τοποθετούν στο τέλος του 12ου αιώνα. Μια ακόμη εικόνα, αμφιπρόσωπη με την Παναγία Οδηγήτρια που φέρει επιγραφή: ΥΠΕΡ/ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ από τη μια μεριά, και την Σύναξη των Αρχαγγέλων από την άλλη, αποδίδεται στην καλλιτεχνική παραγωγή της Θεσσαλονίκης του τέλους του 13ου αιώνα και θεωρείται κορυφαίο έργο της αναγέννησης των Παλαιολόγων. Από το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα σώζονται πέντε εικόνες: η εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας, η λεγόμενη «Νησιώτισσα» ή «Μεσονησιώτισσα», η εικόνα του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας Οδηγήτριας, γνωστής ως «Φυλάττουσας», η αμφιπρόσωπη εικόνα με την Παναγία Οδηγήτρια στη μία πλευρά και την Σταύρωση στην άλλη, και η εικόνα της Παναγίας Ελεούσας. Πρόκειται για υψηλής αξίας έργα που φιλοτεχνήθηκαν σε καλλιτεχνικά εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης. Επίσης, η Μονή διαθέτει μεγάλο αριθμό εικόνων τέμπλου και προσκυνηματικών εικόνων που χρονολογούνται μεταξύ του 15ου και του 19ου αιώνα και παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέροντα τεχνοτροπικά και εικονογραφικά χαρακτηριστικά, ως απόρροια επιδράσεων από την κρητική τέχνη, από τα εργαστήρια της Μολδοβλαχίας καθώς και από τοπικά εργαστήρια.


Από τα δώρα των Μάγων στον γεννηθέντα Χριστό.

ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ, ΤΑ ΔΩΡΑ
ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΚΑΙ
ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ, ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Αναμφίβολα, το σημαντικότερο κειμήλιο της Μονής είναι το τεμάχιο Τιμίου Ξύλου που φέρει και την οπή από τα καρφιά του Εσταυρωμένου. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα τεμάχια Τιμίου Ξύλου που σώζονται, το οποίο δώρισε ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός στον κτήτορα της μονής, όσιο Παύλο τον Ξηροποταμινό. Επίσης, η Μονή διαθέτει δέκα πολύτιμα κιβωτίδια που περιέχουν πλακίδια των Τιμίων Δώρων (χρυσό, λίβανο και σμύρνα), τα οποία προσέφεραν οι μάγοι στον γεννηθέντα Χριστό. Τα Τίμια Δώρα προσέφερε στη Μονή η ευσεβής βασίλισσα Μάρω, κόρη του Σέρβου Μπράνκοβιτς (1428-1456), μεγάλου ευεργέτη της Μονής. Στους θησαυρούς της Μονής εντάσσεται το πλήθος θαυματουργών και μυροβλυζόντων τιμίων λειψάνων που ανήκουν σε περισσότερους από εκατό Αγίους της Εκκλησίας μας. Τα λείψανα φυλάσσονται σε περίτεχνες λειψανοθήκες στο Ιερό Βήμα του καθολικού και βγαίνουν για προσκύνηση κατά τη μνήμη των εορταζόμενων αγίων.