Οι δύο σημαίες, της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Εκκλησιαστική, συνέχεια των βυζαντινών συμβόλων.

Η Μονή κατά την
Ελληνική Επανάσταση

Η ΜΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Επανάσταση στη Χαλκιδική το 1821 και η συμμετοχή των Αγιορειτών σε αυτήν είχε ως αποτέλεσμα, μετά την αποτυχία της, να φύγουν μοναχοί και να εγκατασταθούν Οθωμανοί στρατιώτες σε κάποιες Μονές. Μία από αυτές ήταν και η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου. Οι Αγιοπαυλίτες, εκτός δύο ή τριών μοναχών, είχαν καταφύγει σε νησιά του Αιγαίου (π.χ. Σκόπελος, Ύδρα), ενώ τα κειμήλια της Μονής είχαν μεταφερθεί στα νησιά του Ιονίου (π.χ. Ζάκυνθος). Όταν αποχώρησαν τα οθωμανικά στρατεύματα από την Αθωνική χερσόνησο και άρχισε ο τόπος να βρίσκει την κανονικότητά του, η Μονή προσπάθησε να επαναφέρει τα κειμήλιά της και να ανορθωθεί οικονομικά. Μάλιστα, αναφέρεται ότι δύο Αγιοπαυλίτες, οι Σάββας Ρωσιανός και Γεράσιμος Λοβέρδος, απευθύνθηκαν μέχρι και στους τσάρους της Ρωσίας Αλέξανδρο Α΄ και Νικόλαο Α΄ και έλαβαν χρηματική βοήθεια για να επανακτήσουν τα καταπατημένα μετόχια της Μονής. Η δεκαετία του 1830 ήταν η σημαντικότερη της νεότερης ιστορίας του Μοναστηριού. Οι μοναχοί συνέχισαν το έργο της ανέγερσης νέου καθολικού, που είχε μείνει ημιτελές από τον Άνθιμο Κομνηνό. Ωστόσο, εξίσου σημαντικό γεγονός αποτελεί η κοινοβιοποίηση της Μονής το 1839, που επικυρώθηκε με σιγίλιο του πατριάρχη Γρηγορίου ΣΤ΄ το 1840. Πρώτος ηγούμενος έγινε ο ιερομόναχος και προηγούμενος της Μονής Διονυσίου, Στέφανος. Το 1839 ήταν και το έτος που ολοκληρώθηκε η κατασκευή του νέου καθολικού, το οποίο καθιερώθηκε το 1844. Κεντρικό πρόσωπο στην όλη ανακαινιστική προσπάθεια υπήρξε ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Καλλιγάς, ο οποίος όχι μόνο βοήθησε στην ολοκλήρωση του έργου, αλλά διετέλεσε και ηγούμενος, με κάποιες διακοπές, για μακρά χρονική περίοδο, μεταξύ των ετών 1843-1882. Το νέο καθολικό εγκαινιάστηκε να εορτάζει στην εορτή της Υπαπαντής, γιατί κατά παράδοση της Μονής, ο κτήτορας άγιος Παύλος είχε ανεγείρει το πρώτο ναΐδριο επ’ ονόματι της Υπαπαντής του Κυρίου. Οι ανακαινιστικές εργασίες συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Σημαντικό για την ιστορία γεγονός ήταν η ιδιαίτερα καταστρεπτική πυρκαγιά κατά τη νύχτα της 3ης προς 4η Ιανουαρίου του 1902. Από αυτή την πυρκαγιά κάηκε σημαντικό μέρος της νοτιοδυτικής πτέρυγας του συγκροτήματος και οι περίπου 220 σλαβικοί κώδικες της Μονής, αφήνοντας στη λήθη μεγάλο μέρος της ιστορίας της. Όπως και η οθωμανική κατάκτηση του 1423/4, έτσι και η απελευθέρωση του 1912 βρήκε τη Μονή σε φάση αναδιοργάνωσης. Διέθετε ένα καινούργιο και άνετο καθολικό, όπως και ένα ευρύχωρο μοναστικό συγκρότημα, το οποίο ήταν έτοιμο να δεχθεί νέους μοναχούς. Ήδη από τη δεκαετία του 1830 είχαν αρχίσει να καταφθάνουν Κεφαλλήνες, οι οποίοι έκτοτε και μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα θα αποτελέσουν την πλειονότητα των Ελλήνων μοναχών της αδελφότητας. Η έλευση των Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα μετά το 1922 οδήγησε στην απώλεια των αγιοπαυλίτικων μετοχιών στη Χαλκιδική, αφού αυτά απαλλοτριώθηκαν από το ελληνικό κράτος, όπως και όλα τα αγιορείτικα μετόχια, για την αποκατάσταση των προσφύγων. Σήμερα, η περιουσία της Μονής έχει προσανατολιστεί στην κατοχή αστικών ακινήτων, από τα μισθώματα των οποίων συντηρείται. Η πλούσια σε ξυλεία περιοχή νοτίως του Άθω, την οποία εκμεταλλεύεται η Μονή, της προσφέρει ένα επιπλέον σημαντικό έσοδο. Πέραν των προσώπων που αναφέρθηκαν και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Μονής, θα πρέπει να προστεθεί και ο αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Πανταζάτος, ο οποίος διετέλεσε ηγούμενος μεταξύ 1920-1932 και 1934-1960. Μεταξύ άλλων, εξέδωσε επί δεκαετία το περιοδικό «Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμίτης», που αποτέλεσε σημαντικό εκδοτικό γεγονός για το Άγιον Όρος αλλά και τη μοναδική εκδοτική απόπειρα της Μονής, συνέβαλε δε στο να καταστεί γνωστή η ιστορία της σε ευρύ αναγνωστικό κοινό.


Θέα προς τη θάλασσα.

Οι Σημαντικές Σκήτες
που Ανήκουν στη Μονή

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΚΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ

Ο 18ος αιώνας, όμως, είναι η περίοδος ανάπτυξης και του σκητιώτικου μοναχισμού εντός της Αθωνικής χερσονήσου. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ιδρύθηκαν οι μέχρι σήμερα λειτουργούσες Σκήτες της Μονής, η Νέα Σκήτη και η Σκήτη του Αγίου Δημητρίου (Λακοσκήτη). Η πρώτη, όπως προκύπτει από πατριαρχικό έγγραφο, είχε ιδρυθεί το 1713. Ενδεικτική εικόνα των κτιρίων και του πληθυσμού τους έχουμε από μια οθωμανική απογραφή που διενεργήθηκε στο Άγιον Όρος το 1764. Σύμφωνα με αυτήν, η Νέα Σκήτη διέθετε ήδη Κυριακό και είκοσι τρεις κατοικημένες Καλύβες, ενώ η Σκήτη του Αγίου Δημητρίου (Λακοσκήτη) διέθετε επίσης Κυριακό και δεκαοκτώ κατοικημένες Καλύβες. Κατά συνέπεια, αμφότερες οι Σκήτες θα πρέπει να είχαν ιδρυθεί στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, ώστε τα 1764 να είχαν ικανό αριθμό μοναχών. Καθ’ όλη τη διάρκεια από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία, η Μονή στέγαζε γύρω στους τριάντα με τριάντα πέντε μοναχούς. Ειδικά προς το τέλος της περιόδου που τα στοιχεία γίνονται πιο λεπτομερή, προκύπτει ότι σε αυτό τον αριθμό των μοναχών πρέπει να προστεθούν άλλοι τόσοι που ζούσαν στις δύο Σκήτες και άλλοι τόσοι που ζούσαν στα μετόχια. Έτσι, μόνο το ένα τρίτο των Αγιοπαυλιτών διέμενε εντός της Μονής, ενώ η συνολική δύναμή της ανερχόταν σε περίπου 100 μοναχούς.


Το καθολικό της Μονής. Διακρίνεται τμήμα του οχυρωματικού τείχους.

Η Ελληνοφωνία της Μονής

Η ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Παρ’ όλες τις δωρεές και χορηγίες που έλαβε η Μονή, ο παραγωγικός της χώρος εκτός της Αθωνικής χερσονήσου γνώρισε συρρίκνωση στη συνολική έκταση των γαιών, όχι όμως στον αριθμό των μετοχιών, ο οποίος παρέμεινε λίγο-πολύ σταθερός. Οι καταπατήσεις των γαιών από χριστιανούς και μουσουλμάνους χωρικούς και οι φορολογικές υπερβάσεις από τοπικούς οθωμανούς αξιωματούχους αποτελούσαν σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα για τους μοναχούς. Τα μετόχια της Μονής συχνά υποθηκεύονταν σε μουσουλμάνους, ακόμη και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για να μπορέσουν οι μοναχοί να πληρώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους. Κατά τον 18ο αιώνα συμβαίνει μια σημαντική αλλαγή για την ιστορία της Μονής. Ο πληθυσμός των μοναχών από κυρίως σλαβικής καταγωγής (σερβικής ή βουλγαρικής) καθίσταται σταδιακά ελληνικής. Έτσι, ύστερα από τριακόσια πενήντα χρόνια κυριαρχίας σλαβόφωνων μοναχών, η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου αποκτά κυριαρχία ελληνόφωνου μοναχικού πληθυσμού. Δεν γνωρίζουμε την αιτία για αυτή την αλλαγή. Πιθανολογείται ότι ο αυστρο-οθωμανικός πόλεμος του 1684-1699 απέκοψε τον υπό οθωμανική κυριαρχία χώρο του Αγίου Όρους από τις περιοχές της μείζονος Μακεδονίας και της Σερβίας, από όπου προέρχονταν εν πολλοίς μέχρι τότε οι Αγιοπαυλίτες. Επιπλέον, η κυριαρχία των ελληνόφωνων Φαναριωτών στις παραδουνάβιες ηγεμονίες βοήθησε στον πολλαπλασιασμό των ελληνόφωνων μοναχών. Τέλος, η γενικότερη πνευματική και οικονομική ανάπτυξη του Ελληνισμού κατά τον 18ο αιώνα έδωσε ώθηση στην επικράτηση της ελληνοφωνίας και εντός της Αθωνικής χερσονήσου με την είσοδο Ελλήνων μοναχών. Η αλλαγή αυτή δεν βοήθησε άμεσα τη Μονή. Κατά τον 18ο αιώνα συνεχίστηκε η δύσκολη οικονομική κατάσταση και η διατήρηση των εκτός της Αθωνικής χερσονήσου κτήσεων αποτελούσε τιτάνιο έργο. Στα τέλη του αιώνα, όμως, εμφανίστηκε ένα πρόσωπο, το οποίο θα αλλάξει την εικόνα της Μονής και θα θέσει τις βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή της. Πρόκειται για τον Άνθιμο Κομνηνό. Σύμφωνα με την παράδοση της Μονής, ο Άνθιμος, γόνος πλούσιας οικογένειας, γεννήθηκε στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης το 1762. Ήδη το 1788 αναφέρεται στις πηγές ως διάκονος της Μονής, ενώ το 1791 θα οριστεί επιστάτης του πλούσιου μετοχιού Ζιτιάνου στη Βλαχία. Αυτό το γεγονός θα του δώσει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια τεράστια περιουσία, την οποία επένδυσε στη Μονή της μετάνοιάς του. Το 1798 και το 1806 χρηματοδότησε την εκτύπωση δύο χαλκογραφιών της Μονής, οι οποίες αποτελούσαν απαραίτητο εξάρτημα των μοναχών που μετέβαιναν σε απομακρυσμένες περιοχές για συλλογή ελεημοσυνών (ζητείες). Το 1814 εγκατέλειψε τη Βλαχία και εγκαταστάθηκε στη Μονή, έχοντας εκπονήσει ήδη από το 1804, ένα φιλόδοξο οικοδομικό ανακαινιστικό πρόγραμμα. Στόχος του ήταν η επέκταση του μοναστικού συγκροτήματος προς νότο, για την οποία ήταν απαραίτητοι ευρείας κλίμακας εκβραχιονισμοί, προκειμένου να διαπλατυνθεί το εσωτερικό του μοναστηριού και να δημιουργηθεί ευρύχωρη αυλή. Στα σχέδιά του ήταν και η ανέγερση νέου καθολικού. Είναι γνωστό ότι μέχρι το 1821 ο Άνθιμος είχε καταφέρει να ανεγείρει νέο καμπαναριό και αρκετές κρήνες, να θεμελιώσει το νέο καθολικό και να χρηματοδοτήσει εργασίες στο νοσοκομείο και στην Τράπεζα της Μονής. Το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης διέκοψε απότομα το ανακαινιστικό έργο του, γιατί ο ίδιος, ως πιθανολογούμενο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, διέφυγε πρώτα στην Ιταλία και από εκεί στη Βλαχία. Πέθανε στο Βουκουρέστι το 1828. Με τη διαθήκη του, που σώζεται στο αγιοπαυλίτικο αρχείο, ο Άνθιμος άφηνε στη Μονή περίπου 430.000 γρόσια, ποσό υπέρογκο για την εποχή, απόδειξη της επιχειρηματικής ικανότητάς του και της προσφοράς του στη Μονή.


Το εσωτερικό του παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου.

Η σκυτάλη στη Βλαχία
και τη Μολδαβία

Η ΣΚΥΤΑΛΗ ΣΤΗ ΒΛΑΧΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΛΔΑΒΙΑ

Από το 1500 περίπου και για τους δύο επόμενους αιώνες τη θέση των Σέρβων ηγεμόνων και ευγενών, ως δωρητών της Μονής, έλαβαν οι ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας (στη σημερινή Ρουμανία). Ήδη από το 1501 ορίστηκε ετήσια χρηματική χορηγία προς τη Μονή από μια οικογένεια ευγενών της Κραϊόβας στη Βλαχία, ενώ μέσα στον 16ο αιώνα, Βλάχοι ηγεμόνες ανήγειραν τον πύργο στον αρσανά της Μονής και ο ηγεμόνας της Βλαχίας Νεαγκόε Μπασαράμπ χρηματοδότησε τον πύργο του μοναστικού συγκροτήματος (1521). Λίγο πριν από το 1612 παραχωρήθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου ως μετόχι της η Μονή Ζιτιάνου στη Βλαχία (κοντά στην Κραϊόβα) και το μετόχι της τελευταίας, η Σκήτη Τσιούτουρα. Το 1664, η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου θα αποκτήσει με αφιέρωση του διοικητή του φρουρίου Χοτίν Μολδαβίας, Μύρωνα Κόστιν, τη Μονή Τοδιρένι (Θεοδωρένι στις ελληνικές πηγές) ως μετόχι της στη Μολδαβία. Γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα θα αποκτηθεί και ο ναός του Αγίου Δημητρίου στο Γαλάτσι. Και τις τρεις κτήσεις η Μονή θα τις διατηρήσει, επαυξάνοντας μάλιστα τον παραγωγικό τους χώρο, μέχρι την αναγκαστική απαλλοτρίωση όλων των αθωνικών περιουσιών από τον Ρουμάνο ηγεμόνα Αλέξανδρο Κούζα το 1863. Σε ό,τι αφορά τα κειμήλια, οι τρεις δεσποτικές εικόνες που κοσμούσαν το τέμπλο του παλαιού καθολικού, όλες του δεύτερου μισού του 16ου αιώνα, ήταν δωρεές του Μολδαβού ηγεμόνα Πέτρου του Χωλού (1574-1587). Η συνέχιση των σερβικών και ρουμανικών χορηγιών κατά την οθωμανική περίοδο βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους σε άλλα δύο σημαντικά έργα για τη Μονή, τις τοιχογραφίες του νάρθηκα του παλαιού καθολικού και την επισκευή της δυτικής πτέρυγας μεταξύ 1690 και 1708. Εκτός από τους Σέρβους και τους Ρουμάνους ηγεμόνες, η Μονή απέκτησε επαφές και με τη Ρωσία. Κεντρικό πρόσωπο για την ανάπτυξη αυτών των δεσμών ήταν ο βλαχικής καταγωγής Ουκρανός Αγιοπαυλίτης, Ανατόλιος Μέλες, πρώην επίσκοπος Μελιτηνής. Αυτός επισκέφτηκε μεταξύ των ετών 1749-1754 τη Ρωσία και έδωσε στην τσαρίνα Ελισάβετ ως προσφορά τεμάχιο Τιμίου Σταυρού, που φυλασσόταν στη Μονή. Σε ανταπόδοση η τσαρίνα έδωσε χρηματική επιχορήγηση 4.000 ρουβλιών και το δικαίωμα σε τρεις ή τέσσερις μοναχούς της Μονής να περιέρχονται κάθε πενταετία τη Ρωσία για συλλογή ελεημοσυνών.


Μονή Αγ. Παύλου

“Επανίδρυση” και
Επέκταση της Μονής

«ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ» ΚΑΙ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Τον 14ο αιώνα η Μονή ήταν ήδη ερημωμένη, αλλά διέσωζε την ανάμνηση της ίδρυσής της από τον όσιο Παύλο τον Ξηροποταμηνό. Η Μονή επανιδρύθηκε το 1383/4 από δύο Σέρβους μοναχούς, τον Χιλανδαρινό Γεράσιμο (κατά κόσμο Νικόλαο) Ραδώνια και τον Βατοπαιδινό Αντώνιο (πρώην Αρσένιο) Παγάση. Αμφότεροι υπήρξαν γόνοι ευγενικών οικογενειών της Σερβίας και μάλιστα ο πρώτος προερχόταν από την μετέπειτα ηγεμονική οικογένεια των Μπράνκοβιτς. Οι δύο μοναχοί αγόρασαν το ερημωμένο κελλίον του Αγίου Παύλου από τη Μονή Ξηροποτάμου, στην οποία είχε περιέλθει μετά την ερήμωσή του. Αξιοποιώντας την καταγωγή του, ο Αντώνιος, ο οποίος έγινε πρώτος ηγούμενος της ανακαινισθείσας Μονής, απέκτησε από τον αδελφό του, διοικητή της Έδεσσας, τη Μονή Θεοτόκου της Μεσονησιώτισσας κοντά στην Έδεσσα ως μετόχι της μαζί με την περιουσία της και τα ιερά κειμήλιά της. Η δωρεά αυτή ήταν η πρώτη χρονολογικά μαρτυρημένη περιουσία της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου εκτός Αθωνικής χερσονήσου. Επιπλέον, κατά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα, η Μονή απέκτησε τρία κελλιά εντός του Αγίου Όρους (του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, του Σωτηριώτου και του Φιλογονίου) και το σημαντικότερο, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, μετόχι της στην περιοχή του σημερινού χωριού Άγιος Παύλος, κοντά στη Ν. Καλλικράτεια της Χαλκιδικής. Το τελευταίο, το έλαβε ύστερα από δωρεά του Σέρβου ευγενή Ραδοσθλάβου Σάμπια, πνευματικού τέκνου του ηγουμένου Αντωνίου Παγάση. Καθ’ όλο τον 15ο αιώνα η Μονή συνέχιζε να αυξάνει τον παραγωγικό της χώρο εκτός Αθωνικής χερσονήσου. Λόγω της σερβικής καταγωγής των ανακαινιστών, η Μονή έλαβε ιδίως κατά τον 15ο αιώνα τόσο κτήματα, όσο και χρηματικές χορηγίες από Σέρβους ηγεμόνες και ευγενείς. Τα κτήματα βρίσκονταν στην περιοχή του Κοσόβου. Οι Σέρβοι δεσπότες Στέφανος-Γρηγόριος Μπράνκοβιτς και Γεώργιος Μπράνκοβιτς συναριθμούνται ανάμεσα στους εξέχοντες δωρητές της Μονής. Ο δεύτερος χρηματοδότησε την ανέγερση του νέου καθολικού το 1447 επ’ ονόματι του προστάτη του, Αγίου Γεωργίου, σε θέση λίγο νοτιότερα του αρχικού ναΐδριου που είχε χτίσει ο όσιος Παύλος τον 10ο αιώνα. Έκτοτε η Μονή θα τιμάται εξίσου στο όνομα του Αγίου Γεωργίου και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Από δωρεές Σέρβων ηγεμόνων και ευγενών προέρχονται αρκετά από τα κειμήλια που φυλάσσονται σήμερα στη Μονή. Μετά την κατάλυση του σερβικού δεσποτάτου από τους Οθωμανούς το 1459, η κόρη του Σέρβου ηγεμόνα (δεσπότη) Γεωργίου Μπράνκοβιτς και σύζυγος του Οθωμανού σουλτάνου Μουράτ Β΄, Μάρα Μπράνκοβιτς, αναδείχθηκε σε σημαντικό προστάτη και χορηγό της Μονής. Η «Μάρω, η κυρά από την Έζοβα», όπως αναφέρεται σε αθωνικές πηγές, αφιέρωσε στη Μονή πολύ σημαντικά μετόχια. Οι χρηματικές χορηγίες των Σέρβων ευγενών προς τη Μονή δεν θα σταματήσουν μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα. Από τις αρχές του επόμενου αιώνα η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου μαζί με την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου θα αποκτήσουν το δικαίωμα είσπραξης μιας χρηματικής εισφοράς της Δημοκρατίας της Ραγούσας (το σημερινό Ντουμπρόβνικ) προς τους πρώην Σέρβους ηγεμόνες. Έτσι, τα δύο αθωνικά μοναστήρια θα λειτουργήσουν ως διάδοχοι, κατά κάποιο τρόπο, των μεσαιωνικών Σέρβων ηγεμόνων στο θέμα αυτό. Τέλος, από τη Μάρα Μπράνκοβιτς, σύμφωνα με την παράδοση της Μονής, προέρχεται ως δωρεά και το σημαντικότερο κειμήλιό της, τα Τίμια Δώρα που είχαν προσφέρει οι Μάγοι στο νεογέννητο Χριστό. Μεταγενέστερη ανάμνηση της σχέσης της Μονής με σερβικούς κύκλους αποτελεί μια χρηματική δωρεά ύψους 600 πολωνικών «γκρόσεν» προς την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου. Η σχετική πηγή εντοπίστηκε πρόσφατα σε πολωνικό αρχείο. Σύμφωνα με αυτήν, το 1547 ο Πολωνός πρίγκιπας Φεντόρ Σανγκούσκο με διαθήκη του χορήγησε στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου το παραπάνω ποσό. Η Μονή μάλιστα υπήρξε η μοναδική ανάμεσα στα μοναστήρια του Αγίου Όρους που ευεργετήθηκε από τον Πολωνό ευγενή. Η σχέση του Σανγκούσκο με την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου οφείλεται στο ότι η γυναίκα του Άννα ήταν κόρη του τελευταίου τιτουλάριου δεσπότη Σερβίας, Ιωάννη Μπράνκοβιτς. Ο ίδιος ο Ιωάννης, μάλιστα, είχε προσφέρει μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο και τη μητέρα του Αγγελίνα την τελευταία γνωστή σερβική χρηματική χορηγία προς την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου το 1495. Η οριστική υποταγή του Αγίου Όρους στους Οθωμανούς το 1423/4 βρήκε τη Μονή σε φάση ανάπτυξης. Παρ’ όλο που η περιουσία της εκτός της Αθωνικής χερσονήσου, με την έλευση των Οθωμανών, γνώρισε κάποια μείωση, όπως και των υπολοίπων μονών, η Μονή κατάφερε να αυξήσει συνολικά τον παραγωγικό της χώρο και να βγει αλώβητη από τον περιπετειώδη για το Άγιον Όρος 15ο αιώνα.


Ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμινός, κτήτορας της Μονής.

Ίδρυση της Μονής

ΊΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Σύμφωνα με την αθωνική παράδοση η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου ιδρύθηκε από τον γιο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ του Ραγκαβέ (842-867), Παύλο (κατά κόσμο Προκόπιο). Οι σωζόμενες αρχειακές πηγές, ωστόσο, βεβαιώνουν ότι τη Μονή ίδρυσε ο φημισμένος ασκητής του Αγίου Όρους, όσιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός, κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα. Ο μοναχός αυτός, ύστερα από την ίδρυση της Μονής Ξηροποτάμου, κατέφυγε στη νότια και έρημη τότε περιοχή του Άθω, όπου και ίδρυσε ένα μονύδριο επ’ ονόματι της Θεοτόκου. Ο ίδιος διετέλεσε και πρώτος ηγούμενός του. Λόγω της φήμης του ιδρυτή, η Μονή απέκτησε κύρος μέσα στην αθωνική κοινότητα, ώστε ο ηγούμενός της να υπογράφει το Τυπικό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου το 1045, όντας όγδοος στη σειρά μεταξύ τριάντα δύο ηγουμένων. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέτουμε από αυτή την πρώτη φάση της ιστορίας της Μονής είναι οι προσπάθειές της να διαμορφώσει τον παραγωγικό χώρο της και κυρίως τα σύνορά της προς τα νότια, όπου υπήρχε η μη σωζόμενη σήμερα Μονή των Βουλευτηρίων (στην περιοχή της σημερινής Σκήτης της Αγίας Άννας). Μέχρι τις αρχές του 12ου αιώνα η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου ήταν ένα σχετικά μικρό μοναστικό ίδρυμα, χωρίς μαρτυρημένη περιουσία εκτός της Αθωνικής χερσονήσου.