Το παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου.

ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ

Το Καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου διαθέτει δύο παρεκκλήσια: το βόρειο, αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο και το νότιο, στον κτήτορα της μονής όσιο Παύλο και στον άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας. Στον ευρύτερο χώρο εντός της μονής υπάρχουν άλλα επτά παρεκκλήσια: του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ανθίμου Νικομηδείας, του Αγίου Γερασίμου, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, και των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Πέραν των ανωτέρω, η μονή διαθέτει και παρεκκλήσια έξω από τον περίβολό της: των Αγίων Πάντων στο κοιμητήριο, του Αγίου Δημητρίου στο παλαιό κοιμητήριο, του Αγίου Τρύφωνος στους κήπους, του Αγίου Σπυρίδωνος στον ελαιώνα, του Αγίου Δημητρίου στον ταρσανά, του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου στο κονάκι των Καρυών, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο δασονομείο του βουνού και του Αγίου Νικολάου στο κτήμα του Μονοξυλίτη.
Νοτιοδυτικά της μονής, στο κοιμητήριο, βρίσκεται το παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων, κτισμένο το 1795, στον τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο χωρίς τύμπανο και νάρθηκα. Αντίστοιχα, στη νοτιοανατολική πλευρά της σώζεται ο παλαιός κοιμητηριακός ναός του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος έπαψε να λειτουργεί όταν κτίστηκε το νεότερο παρεκκλήσι.

Ο τετράγωνος πύργος της Μονής.

ΟΙ ΠΥΡΓΟΙ

ΟΙ ΠΥΡΓΟΙ

Στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου βρίσκονται δύο πύργοι, ο ένας είναι μέρος του μοναστηριακού οικοδομικού συγκροτήματος και ο άλλος είναι στην παραλία, λίγο πιο μακριά από τον αρσανά της μονής. Ο πρώτος εξ αυτών ιδρύθηκε το 1521/2 με έξοδα του ηγεμόνα της Βλαχίας Νεαγκόε Μπασαράμπ και του γιού του Θεοδοσίου, σύμφωνα με την κτητορική του επιγραφή. Κάποια στοιχεία υποδεικνύουν ότι το κτίριο αποπερατώθηκε λίγα χρόνια αργότερα. Πρόκειται για έναν εντυπωσιακό πύργο, ο οποίος παρ’ όλη την απλότητα της μορφής και του ελάχιστου διακόσμου των επιφανειών του, προδίδει τον επιμελή του σχεδιασμό. Έχει απλή τετράγωνη κάτοψη και είχε ξύλινα πατώματα και ξύλινη στέγη, στοιχεία που αντικαταστάθηκαν πριν από εξήντα περίπου χρόνια με πλάκες από οπλισμένο σκυρόδεμα. Οι σκάλες όμως της ενδοεπικοινωνίας των ορόφων δεν είναι ξύλινες αλλά κτιστές, διαμορφωμένες ευθύγραμμες μέσα στο πάχος του βόρειου τοίχου, ο οποίος προκύπτει έτσι να έχει μεγαλύτερο συνολικό πάχος από τους υπόλοιπους. Στη στάθμη της εισόδου, ψηλά στις τέσσερις γωνίες, σώζονται σφαιρικά τρίγωνα τα οποία χρησίμευαν για την έδραση ημισφαιρικού θόλου. Αυτό το στοιχείο δηλώνει ενδεχομένως κάποια αρχική πρόθεση να γίνει ο όροφος αυτός θολοσκέπαστος, ιδέα που μάλλον εγκαταλείφθηκε στη διάρκεια της κατασκευής. Εκτός από τις συνήθεις φωτιστικές σχισμές (ή τοξοθυρίδες), υπάρχουν αρκετά μεγάλα τοξωτά παράθυρα για τον φωτισμό των χώρων. Σε ορισμένους ορόφους του πύργου είχαν κατασκευαστεί εξ αρχής και ειδικά ανοίγματα για την εγκατάσταση κανονιών, όπως συνέβαινε και σε άλλα οχυρωματικά έργα της εποχής αυτής στο Άγιον Όρος. Η αμυντική δύναμη του πύργου συμπληρώνεται με ορισμένες καταχύστρες μεγάλων διαστάσεων, μία από τις οποίες βρίσκεται πάνω από την είσοδο, προστατεύοντάς την. Ο παραθαλάσσιος πύργος είναι μέρος ενός μικρού οχυρού κτιρίου, που ανακαινίστηκε πριν λίγα χρόνια. Ο μικρός περίβολος του οχυρού (ο μπαρμπακάς) είχε υλοποιηθεί σε δύο τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις τον 15ο ή τον 16ο αιώνα, ενώ ο πύργος του δεν αποκλείεται να είναι και παλιότερος. Στην παλαιότερη φάση του μπαρμπακά, κάτω από τις δύο καταχύστρες (του βόρειου και του νότιου τοίχου), δεν αποκλείεται να υπήρχαν δύο κανονιοθυρίδες, θαμμένες σήμερα στη μεγάλη επίχωση του μνημείου.

Επιγραφή που περιγράφει τα περί της ανακαίνισης της Τράπεζας.

Η ΤΡΑΠΕΖΑ

Η ΤΡΑΠΕΖΑ

Η Τράπεζα της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στα δυτικά του καθολικού, στη δυτική πτέρυγα του νέου περιβόλου της μονής, που προέκυψε ως μέρος της μεγάλης επέκτασης του οικοδομικού συγκροτήματος κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με μία μνημειακή κτητορική επιγραφή, που βρίσκεται πάνω από το υπέρθυρο της εισόδου, το κτίριο ιδρύθηκε το 1820. Ο χώρος κατασκευάστηκε εξ αρχής με κάτοψη σε σχήμα Ταυ, καθιερώνοντας έτσι αυτόν τον τύπο αγιορειτικής τράπεζας, ο οποίος στα παλιότερα παραδείγματά του είχε προκύψει ως αποτέλεσμα προσαρμογών και διευρύνσεων. Η προηγούμενη Τράπεζα, πριν από την επέκταση, βρισκόταν στο πολυόροφο κτίριο της βορειοδυτικής γωνίας του παλιότερου οικοδομικού συγκροτήματος της Μονής, που είχε ιδρυθεί στα τελευταία χρόνια του 17ου αιώνα. Από εκείνη την Τράπεζα σώζεται μέχρι σήμερα ο νότιος τοίχος. Η Τράπεζα του 1820 ανακαινίστηκε και εκσυγχρονίστηκε το 1890 – 1895, μαζί με τους ανώτερους ορόφους της δυτικής πτέρυγας. Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε το 1902 ολόκληρο το νοτιοδυτικό μέρος του περιβόλου της μονής, το εσωτερικό της Τράπεζας ανακαινίστηκε. Την επιστασία του έργου είχε αναλάβει ο «Αρχιτέκτων Χριστόδουλος Κορφιάτου εκ Σκοπέλου», όπως προκύπτει από το σχετικό «συμβόλαιον» που σώζεται στο αρχείο της Μονής. Στα ανακαινιστικά έργα του 1902/3 πρέπει να ανήκουν και οι μεταλλικές κατασκευές (κιονοστοιχίες, δοκοί και θολίσκοι της οροφής) στο εσωτερικό της Τράπεζας και στην ισόγεια στοά από έξω, προς τη μεριά του καθολικού. Περίτεχνοι σιδερένιοι στύλοι με μορφές ανάλογες με τους στύλους της στοάς ήταν συνηθισμένοι αυτή την εποχή στην Ευρώπη και χρησιμοποιήθηκαν στο Άγιον Όρος από τους ρώσους μοναχούς. Αξιοσημείωτο είναι το λιτό μαρμάρινο δάπεδο, καθώς και η επίπλωση του χώρου με τα μαρμάρινα τραπέζια που φέρονται πάνω σε μαρμάρινους στύλους και τα καλοσχεδιασμένα ξύλινα καθίσματα.

Το καθολικό εξωτερικά.

ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ

ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ

Το καθολικό της μονής Αγίου Παύλου τιμάται στην Υπαπαντή του Κυρίου. Είναι ένα από τα νεότερα καθολικά του Αγίου Όρους καθώς η οικοδόμησή του άρχισε το 1816, διεκόπη από τα δραματικά γεγονότα της Επανάστασης και ολοκληρώθηκε το 1844. Αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα των σχεδιαστικών και κατασκευαστικών δυνατοτήτων των αρχιτεκτόνων και των οικοδομικών συνεργείων των αρχών του 19ου αιώνα που δραστηριοποιούνται σε όλον τον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, εκφράζοντας με δυναμικό τρόπο μία εποχή οικονομικής αλλά και πνευματικής ανάτασης του Ελληνισμού. Πρόκειται για έναν εξολοκλήρου νέο ναό που χωροθετήθηκε σε διαφορετική θέση, νοτίως του παλαιότερου καθολικού που κατεδαφίστηκε. Απετέλεσε μέρος ενός ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος αναμόρφωσης και επέκτασης της Μονής κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Αποτελεί δείγμα μίας εξαιρετικής ναοδομικής δραστηριότητας, κατά την οποία κατασκευάζονται στο Άγιον Όρος, αλλά και αλλού, ναοί υψηλών προθέσεων που αναδιαπραγματεύονται τους παραδοσιακούς ναοδομικούς τύπους μέσα στο πνεύμα των αναζητήσεων των αρχιτεκτόνων της περιόδου εκείνης. Στους ναούς αυτούς συνυπάρχουν βασικά στοιχεία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής με τυπολογικά και μορφολογικά στοιχεία του ευρωπαϊκού και οθωμανικού μπαρόκ, καθώς και του αναφυόμενου νεοκλασικισμού, που ειδικά για τους Έλληνες εκφράζεται με την ιδέα της εθνικής αναγέννησης. Τυπολογικά, ο ναός αποτελεί μία παραλλαγή του αθωνικού τύπου με πολλές καινοτομίες. Η σημαντικότερη από αυτές είναι η ενοποίηση του χώρου του κυρίως ναού με τον νάρθηκα, καθώς καταργείται ο μεταξύ τους διαχωριστικός τοίχος. Ο νάρθηκας διαμορφώνεται με επανάληψη της τυπολογίας του κυρίως ναού ως ένας σταυροειδής εγγεγραμμένος χώρος με τρούλο ίσης διαμέτρου με τον κεντρικό. Ο συνολικός σχεδιασμός του ναού είναι ενιαίος. Η δυτική κεραία του και τα γωνιακά της διαμερίσματα αποτελούν ταυτόχρονα την ανατολική κεραία του σταυροειδούς τρουλαίου νάρθηκα. Με τον τρόπο αυτό δίνεται μία αίσθηση ευρυχωρίας, η οποία επιτείνεται από την χρήση των κιόνων, καθώς σε όλο το μήκος του ναού έχουμε πέντε ζεύγη κιόνων. Καινοτομία αποτελεί και η τοποθέτηση τρούλου στην ανατολική καμάρα, μπροστά από την κεντρική αψίδα του ιερού Βήματος, που εφαρμόστηκε αρχικά στα καθολικά των Ιερών Μονών Ξηροποτάμου και Ξενοφώντος. Ο τρούλος αυτός εδράζεται απευθείας στην καμάρα με έναν ευρηματικό τρόπο, άγνωστο στην οικοδομική της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου. Μικρότεροι τρούλοι υπάρχουν πάνω από την πρόθεση και το διακονικό, στα δυτικά γωνιακά διαμερίσματα του νάρθηκα. Ο νάρθηκας περιβάλλεται από ανοικτό κιονοστήρικτο περίστωο σχήματος Π, που απολήγει σε δύο όμοια τρουλαία παρεκκλήσια. Οι κόγχες των δύο παρεκκλησίων ενσωματώνονται στους τοίχους των πλαγίων κογχών του κυρίως ναού. Συνολικά, το κτηριακό συγκρότημα του καθολικού διαθέτει εντυπωσιακά σύνθετη θολοδομία, η οποία κορυφώνεται σε εννέα συνολικά τρούλους. Είναι μία ιδιαίτερα απαιτητική κατασκευή που υλοποιήθηκε με υψηλές τεχνικές και κατασκευαστικές προδιαγραφές. Όλες οι εξωτερικές του επιφάνειες, εκτός από τους τρούλους, είναι καλυμμένες με λευκή πέτρα, ενώ ιδιαίτερα εκτεταμένη είναι η χρήση λαξευτών διακοσμητικών στοιχείων από λευκό μάρμαρο που ζωογονούν το κτίριο. Μαρμάρινες ταινίες περιβάλλουν τις θύρες και τα φωτιστικά ανοίγματα, καθώς και τα γείσα της οροφής. Επίσης, μία ταινία περιτρέχει τον ναό στη βάση της τοιχοποιίας, ορίζοντας μία κρηπίδα. Η χρήση του μαρμάρου κυριαρχεί και στο εσωτερικό του ναού στα βασικά αρχιτεκτονικά γλυπτά, τους κίονες και τα κιονόκρανα. Η χρήση του μάρμαρου επεκτείνεται και στον εξοπλισμό που φιλοτεχνήθηκε από τηνιακούς γλύπτες. Το τέμπλο και τα προσκυνητάρια είναι έργα του Ιω. Λυρίτη και ολοκληρώθηκαν το 1901. Τόσο ο πρωτοποριακός για την εποχή σχεδιασμός, όσο και η περίτεχνη υλοποίησή του κατατάσσουν το καθολικό της Μονής ανάμεσα στα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα του ελληνισμού στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Ο ναός παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εντοίχιο διάκοσμο καθώς μετά την οικοδόμησή του δεν υπήρξαν οι κατάλληλες συνθήκες για να τοιχογραφηθεί. Εξαίρεση αποτελεί το νότιο παρεκκλήσιο, στον τρούλο του οποίου τοιχογραφήθηκε ο Χριστός Παντοκράτωρ περιβαλλόμενος από αγγελικές δυνάμεις. Πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη εργασία αγιορειτικού εργαστηρίου που πραγματοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η τοιχογραφία αυτή δείχνει ότι υπήρξε πρόθεση τοιχογράφησης του καθολικού η οποία, για άγνωστους λόγους, δεν είχε συνέχεια.

Στιγμιότυπο από τον εσωτερικό περίβολο της Μονής.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ

Στη διάρκεια της παλιότερης ιστορίας της και πριν από την επέκταση, η Μονή είχε πολύ μικρότερο μέγεθος. Είχε αναπτυχθεί σταδιακά, στριμωγμένη πάνω σε μια σειρά τριών διαδοχικών υψίκορμων βράχων στην πλαγιά του βουνού, που έστεκαν όρθιοι και σχεδόν ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον. Η διάταξη αυτή παρουσιάζεται στο σχέδιο του Ρώσου μοναχού – περιηγητή Βασιλείου Μπάρσκι, που εκπόνησε κατά το δεύτερο ταξίδι του στο Άγιον Όρος το 1744, ακόμα και σήμερα ορατή από την εξωτερική πλευρά της βόρειας πτέρυγας, απέναντι από τη βαθιά και απόκρημνη ρεματιά. Πάνω στον τρίτο βράχο, προς τα ανατολικά, στέκει ως σήμερα ο μεγάλος πύργος της μονής, ενώ ένας τέταρτος βράχος ανάλογου μεγέθους βρίσκεται λίγο πιο πέρα προς ανατολάς, έξω από τον περίβολο. Η πρώτη εγκατάσταση των μοναχών στα τέλη του 10ου αιώνα, όταν το ίδρυμα ήταν γνωστό ως «Ξηροποτάμου», ή «Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του κυρού Παύλου», φαίνεται πως είχε γίνει στο μεσαίο βράχο, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται σήμερα το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, έργο του 16ου αιώνα. Το σημερινό μέγεθος του περιβόλου της Μονής είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ μεγάλης επέκτασης, τα κτίρια της οποίας υλοποιήθηκαν με διαδοχικές ανακατασκευές καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στα πρώτα χρόνια του 20ου. Ως τότε, το οικοδομικό συγκρότημα της μονής περιοριζόταν στην έκταση που καταλαμβάνει περίπου η βόρεια πλευρά του σημερινού περιβόλου, από τη βορειοδυτική γωνία ως τον πύργο. Η επέκταση άρχισε το 1816, με τη φροντίδα του αρχιμανδρίτη Ανθίμου Αγιοπαυλίτη με την κατασκευή του τείχους και της μεγάλης δυτικής πτέρυγας, η οποία περιλάμβανε νέα Τράπεζα και παρεκκλήσια, αλλά είχε τότε ξυλόπηκτους τους ανώτερους ορόφους της. Το 1819-20 είχε κτιστεί και το σημερινό κωδωνοστάσιο. Kατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα έγιναν εκτεταμένες ανακατασκευές και προσθήκες στο βορειοδυτικό μέρος της μονής, από τον κτηριακό όγκο που περιέχει το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου, στην κορυφή της βόρειας πτέρυγας, μέχρι και μετά το μέσον της δυτικής πτέρυγας. Τέλος, η δυτική και η νότια πτέρυγα καταστράφηκαν από πυρκαγιά το 1902 και στη συνέχεια ανακατασκευάστηκαν με τη μορφή που έχουν σήμερα. Τα έργα αυτά σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν με μία ακαδημαϊκή αρχιτεκτονική προσέγγιση, επηρεασμένα από τα εκλεκτικιστικά ρεύματα της εποχής τους, όπως συνέβαινε τότε σ’ όλες τις μονές του Αγίου Όρους. Αυτό είναι πιο πολύ αισθητό στο τελευταίο έργο των πρώτων χρόνων του 20ου αιώνα, όπου οι όψεις των κτιρίων που βρίσκονται γύρω από το πλάτωμα της εισόδου της Μονής σχεδιάστηκαν με ένα επιβλητικό, αλλά συγκρατημένο, λιτό και βαρύ κλασσικιστικό ύφος, ιδιαίτερα ο πυργοειδής όγκος πάνω από την είσοδο. Στα τέλη του πρώτου μισού του 15ου αιώνα χτίστηκε ένα νέο, τότε, καθολικό στη μονή, που τοιχογραφήθηκε το 1446/7 και αφιερώθηκε στη Θεοτόκο και στον Άγιο Γεώργιο. Ο ναός εκείνος βρισκόταν στην ανώτερη στάθμη ενός τριώροφου κτηρίου που προστέθηκε έξω από τη νότια πλευρά του προϋπάρχοντος συγκροτήματος, στο ισόγειο του οποίου διαμορφώθηκε τότε και η είσοδος της Μονής. Το τριώροφο κτίριο με το καθολικό του 15ου αιώνα επέζησε ως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα και παριστάνεται σε δύο πολύ αξιόπιστες απεικονίσεις, του 1744 και του 1835. Πρόσφατες ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας αποκάλυψαν τη νοτιοανατολική γωνία του κτηρίου στην αυλή της Μονής, στα βορειοδυτικά του σημερινού καθολικού. Το 1521/2 κτίστηκε ο μεγάλος πύργος της μονής και αποπερατώθηκε αργότερα, μέσα στον 16ο αιώνα. Αμέσως μετά τον πύργο πρέπει να έγινε και ο μικρός οχυρός περίβολος (μπαρμπακάς) μπροστά από την είσοδο του πύργου, στα δυτικά του. Από τον μπαρμπακά (που φαίνεται ολόκληρος στο σχέδιο του Μπάρσκι το 1744) σώζεται σήμερα ολόκληρο το βόρειο τείχος και κάποια υπολείμματα από το νότιο. Την ίδια περίπου εποχή, λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα, πρέπει να διαμορφώθηκε και το διώροφο μικρό κτίριο με το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου πάνω στην κορυφή του βράχου, ενσωματώνοντας παλιότερες κατασκευές που υπήρχαν στην ίδια θέση. Το παρεκκλήσιο είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες του 16ου αιώνα που μπορούν να χρονολογηθούν στο έτος 1552. Το μικρό φρούριο, που βρίσκεται στην παραλία, σε μικρή απόσταση από τον αρσανά της μονής, ανήκει και αυτό στα πρώιμα μεταβυζαντινά χρόνια (15ος -16ος αι.) και υλοποιήθηκε σε δύο τουλάχιστον φάσεις, ενώ ο πύργος του δεν αποκλείεται να είναι και παλιότερος. Στα τελευταία χρόνια του 17ου αιώνα ιδρύθηκε το πολυώροφο κτίριο που καταλαμβάνει σήμερα την βορειοδυτική γωνία της μονής, αλλά λίγο χαμηλότερο απ’ ότι σήμερα. To κτίριο περιλάμβανε τότε μία νέα Τράπεζα, της οποίας σώζεται μέχρι σήμερα ο νότιος τοίχος, ενσωματωμένος στα ανακαινιστικά έργα του τέλους του 19ου αιώνα. Σημειώνουμε, τέλος, το σύγχρονο κτίριο του Σκευοφυλακείου που προστέθηκε το 2015 στο βορειοανατολικό μέρος της αυλής του μοναστηριού, ανάμεσα στο καθολικό και τον πύργο.
 

Περίτεχνη μεταλλική θύρα.

ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

Η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου διαθέτει, όπως όλες οι αθωνικές Μονές, πλούσιο αρχείο, το οποίο το ταξινομείται με βάση τη γλώσσα των εγγράφων. Έτσι, αναφερόμαστε στο ελληνικό, το οθωμανικό και το ρουμανικό αρχείο. Έγγραφα, πάντως, διαφορετικής γλώσσας έχουν παρεισφρήσει μέσα σε κάθε ενότητα με το πέρασμα των αιώνων. Ως εκ τούτου, στο ρουμανικό και το οθωμανικό αρχείο απαντούν και λίγα ελληνικά έγγραφα. Το αρχείο γενικά παρουσιάζει χάσματα, παρ’ όλο που η Μονή δεν υπέστη καταστροφές από πυρκαγιές, πέραν αυτής του 1902, στην οποία κάηκαν οι περίπου 250 σλαβικοί κώδικες. Το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ χωρίζεται σε βυζαντινό, μεταβυζαντινό και νεότερο. Το βυζαντινό αρχείο αποτελείται από 58 φακέλους, οι οποίοι περιέχουν από ένα έγγραφο έκαστος. Εδώ εντάσσονται και τα 17 σερβικά έγγραφα του 15ου αιώνα που φυλάσσονται στο αρχείο της Μονής, 6 από τα οποία αποτελούν μεταφράσεις αντίστοιχων ελληνικών. Επίσης εντάσσονται ένα ρουμανικό και ένα οθωμανικό. Για την περίοδο από τις απαρχές της Μονής μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα σώζονται 34 έγγραφα – από τα οποία μόνο 4 για την πρώτη φάση της ιστορίας της Μονής – ενώ για τον 16ο και τον 17ο σώζονται από ένα έγγραφο. Το μεταβυζαντινό αρχείο χωρίζεται σε δώδεκα φακέλους με ποικίλο αριθμό εγγράφων εντός εκάστου. Ο 18ος αιώνας εκπροσωπείται από περίπου 50 έγγραφα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία από το δεύτερο μισό. Μέσα σε αυτά υπάρχουν λίγα που αφορούν τα μετόχια στη Ρουμανία. Το νεότερο αρχείο, που περιλαμβάνει έγγραφα του 19ου και του 20ού αιώνα, είναι τοποθετημένο σε 196 μεγάλους φακέλους και άλλους 41 μικρούς. Η πλήρης ταξινόμησή του δεν έχει ολοκληρωθεί. Το ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ βρίσκεται σε 20 αριθμημένους φακέλους, ενώ άλλοι πέντε περιέχουν ανάμεικτα οθωμανικά και ελληνικά έγγραφα. Συνολικά υπάρχουν περίπου 1.000 οθωμανικά έγγραφα, τα μισά από τα οποία προέρχονται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μέχρι το 1912. Στη Μονή φυλάσσεται το παλαιότερο πρωτότυπο οθωμανικό έγγραφο εντός της Αθωνικής χερσονήσου και ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο, χρονολογημένο το 1386. Γύρω στα 17 είναι τα έγγραφα του 15ου αιώνα, ενώ περίπου 180 χρονολογούνται από τον 16ο. Περίπου 200 έγγραφα προέρχονται από τον 17ο, 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα, με τα περισσότερα από αυτά να ανήκουν στην τελευταία χρονικά φάση. Το ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ αποτελείται από 994 έγγραφα, ταξινομημένα σε 7 φακέλους. Χρονικά, τα έγγραφα εκτείνονται από τον 15ο μέχρι τον 20ό αιώνα, με πύκνωση στον 19ο αιώνα από όπου προέρχονται 525 έγγραφα, ενώ 100 προέρχονται από τον 17ο αιώνα και 357 από τον 18ο. Μέσα σε αυτά υπάρχουν και λίγα έγγραφα στην ελληνική γλώσσα. Ο χωρισμός των εγγράφων του αρχείου σε φακέλους είχε γίνει αρχικά από τους μοναχούς και εξυπηρετούσε τα τρέχοντα θέματα της Μονής, τα οποία για το σημερινό μελετητή δεν είναι γνωστά, όπως και η λογική οργάνωσης του αρχείου σε φακέλους. Με βάση τις αριθμοδοτήσεις που υπάρχουν πάνω στα έγγραφα μπορεί να υποστηριχθεί γενικά ότι μια πρώτη ταξινόμηση θα συνέβη στις αρχές του 19ου αιώνα, πιθανώς στο πλαίσιο της γενικότερης ανακαίνισης της Μονής από τον Άνθιμο Κομνηνό. Μια δεύτερη ταξινόμηση έγινε τις δεκαετίες 1920 και 1930, όταν, λόγω της απαλλοτρίωσης, η Μονή είχε χάσει όλα τα μετόχια της και έπρεπε να έχει μια συνολική εικόνα των εγγράφων της. Τέλος, τη δεκαετία του 1960 ο τότε βιβλιοθηκάριος γέρων Θεοδόσιος έβαλε για πρώτη φορά σε φακέλους τα έγγραφα και προσπάθησε να κάνει μια ταξινόμηση, σύμφωνα με τις σύγχρονες μεθόδους. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1970 από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών για τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά έγγραφα, από το Πανεπιστήμιο Κρήτης για τα οθωμανικά, ενώ γύρω στο έτος 2000 ένας Ρουμάνος ερευνητής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ταξινόμησε και εξέδωσε τα ρουμανικά έγγραφα. Τα είδη των εγγράφων καλύπτουν μια μεγάλη κλίμακα. Το ίδιο ευρεία είναι και η ταυτότητα των εκδοτών τους: η ίδια η Μονή, μεμονωμένοι μοναχοί, Αθωνικά θεσμικά όργανα (π.χ. η Ιερά Κοινότητα), άλλες Μονές, κρατικές ή τοπικές αρχές (βυζαντινές, οθωμανικές, ρουμανικές), απλοί άνθρωποι αποτελούν εκδότες ή παραλήπτες εγγράφων που φυλάσσονται στο αρχείο. Τα θέματα που συνήθως ενδιαφέρουν αφορούν κτηματικά ζητήματα, φορολογικά, υποθέσεις δανεισμών, ενώ λιγότερα είναι αυτά που σχετίζονται με πολιτικά ή πνευματικά θέματα. Μέσα από τα έγγραφα αναδύεται ο κόσμος των μοναχών, η καθημερινότητά τους, τα προβλήματα που τους απασχολούσαν για την υλική επιβίωσή τους και ο τρόπος επίλυσής τους. Παρ’ όλα τα χάσματα, η μεγάλη χρονική διάρκεια του αρχείου από τον 11ο μέχρι τον όψιμο 20ό αιώνα δίνει την αίσθηση της συνέχειας αλλά και των αλλαγών που υπέστη η Μονή, ξαναζωντανεύοντας τις εναλλαγές των εποχών και των κυριάρχων στην περιοχή της Μακεδονίας.


Θέα από το εσωτερικό της Μονής.

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Όταν στο πρώτο ταξίδι του στο Άγιον Όρος το 1725 επισκέφτηκε την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου, ο Μπάρσκι, όπως γράφει, βρήκε ότι «η ανάγνωση και η υμνωδία και όλη η εξουσία [στη μονή] ήσαν βουλγαρικά», ενώ μία εικοσαετία αργότερα, στη δεύτερη επίσκεψή του το 1744, παρατήρησε ότι «δεν σώζεται τίποτε από αυτά, εκτός από τη σλαβονική βιβλιοθήκη, όπου βρίσκονται και πολλά και διάφορα βιβλία, τυπωμένα και χειρόγραφα». Σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα, το 1837, ο βρετανός περιηγητής Robert Curzon έγραψε ότι βρήκε σε ένα μικρό κλειστό δωμάτιο περίπου 250 σερβικά και μερικά βουλγαρικά χειρόγραφα και μόνον έναν ελληνικό κώδικα του 12ου ή 13ου αιώνα. Όπως αναφέρει μάλιστα, ο ηγούμενος της μονής τού χάρισε ως ενθύμιο της επίσκεψής του στον Άγιο Παύλο τρεις σλαβικούς κώδικες που περιείχαν αντίγραφα ευαγγελίων. Στη δική του ιστορική και κριτική μελέτη για τη Χερσόνησο του Αγίου Όρους, τις μονές και τους μοναχούς της, την οποία εξέδωσε στις αρχές του 20ού αιώνα (1903), ο αγιοπαυλίτης μοναχός Κοσμάς Βλάχος αναφέρει ότι στην εποχή του η Βιβλιοθήκη περιείχε 94 ελληνικά χειρόγραφα, από τα οποία πέντε ήταν περγαμηνά που χρονολογούνταν από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα, ενώ τα υπόλοιπα ήταν χαρτώα, από τον 14ο ως τον 18ο αιώνα. Κατά την καταγραφή του Σπυρίδωνος Λάμπρου το 1888, η οποία συμπληρώθηκε το 1894, υπήρχαν στη Βιβλιοθήκη 1.500 βιβλία, από τα οποία τα 94 χειρόγραφα. Κατά τον επί αρκετά χρόνια βιβλιοθηκάριο, μακαριστό γέροντα λόγιο Θεοδόσιο Αγιοπαυλίτη (1901-1987), οι ιστορικοί του Αγίου Όρους, αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον, γράφουν ότι η Βιβλιοθήκη της Μονής καταστράφηκε κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1901, πράγμα αναληθές. Εκείνο που πιθανότατα συνέβη είναι ότι καταστράφηκαν οι 250 χειρόγραφοι, κατά το πλείστον σερβικοί και λίγοι βουλγαρικοί, κώδικες, τους οποίους είχε από παλιά η μονή (ίσως να ήταν αυτοί που είχε δει και ο Curzon), οι οποίοι όμως δεν είχαν τεθεί υπόψη του καθηγητή Σπ. Λάμπρου. Απεναντίας, ανέφερε ο μακαριστός Θεοδόσιος, όλα τα σερβικά και σλαβονικά έγγραφα είχαν διασωθεί άπαντα και αποτελούσαν σημαντικό κειμηλιακό πλούτο για τη μονή. Στις μέρες μας η Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου στεγάζεται στον όροφο της νότιας πτέρυγας της μονής και είναι πολύ καλά οργανωμένη. Περιλαμβάνει 494 χειρόγραφα και περίπου 20.000 έντυπα βιβλία. Από αυτά τα τελευταία το αρχαιότερο είναι η Γραμματική του Χρυσολορά, τυπωμένη στη Βενετία το 1483. Από τα χειρόγραφα, το σημαντικότερο είναι ο περγαμηνός κώδικας με τις Πράξεις των Αποστόλων, με παρασελίδια σχόλια, που χρονολογείται στον 10ο ή 11ο αιώνα. Η αγιοπαυλίτικη συλλογή μουσικών χειρογράφων είναι μία από τις μεγαλύτερες στο Άγιον Όρος με 177 χειρόγραφα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ένας σπουδαίος κώδικας του 1758, που περιέχει τον Ακάθιστο Ύμνο και Κρατηματάριο, έργο του γραφέα Θεοδοσίου του Χίου, ιεροδιακόνου και πρωτοψάλτη τη Σμύρνης.


Ο βαρύς μπρούτζινος σταυρός που φορούσε ο όσιος Παύλος φυλάσσεται στο Μοναστήρι.

ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑ,
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑ, ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

Στα πολύτιμα έργα μικροτεχνίας της Μονής εντάσσεται ένα μικρό ξύλινο δίπτυχο που φέρει 26 μικρογραφίες με το Δωδεκάορτο και τους τέσσερις Ευαγγελιστές καθώς και άλλους αγίους (τέλος 13ου - αρχές 14ου αιώνα) και ένα ξύλινο φορητό εικονίδιο (προσκυνητάρι) με σπάνια υάλινη παράσταση ένθρονου Ιησού με τη Δέηση (Παναγία, άγιο Ιωάννη και δύο αρχαγγέλους) πλαισιωμένο από μετάλλια με προτομές αγίων, πολυτελές έργο βενετσιάνικου εργαστηρίου (τέλος 13ου αιώνα). Επίσης, μεταξύ των κειμηλίων της Μονής εντυπωσιάζει ένας ξύλινος σταυρός με μικρογραφίες Δωδεκαόρτου, ο οποίος στηρίζεται σε ορειχάλκινη βάση με αραβικές επιγραφές. Πέραν των ιερών λειψάνων και των πολύτιμων έργων μικροτεχνίας, η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου διαφυλάττει μια πολύ σημαντική και αξιόλογη συλλογή βυζαντινών φορητών εικόνων που χρονολογούνται από τον 12ο αιώνα και κυρίως στην ύστερη βυζαντινή/παλαιολόγεια περίοδο. Η παλαιότερη από αυτές είναι μία εικόνα της Παναγίας, γνωστή ως «Καθρέφτης», που ανάγεται σύμφωνα με την παράδοση στα χρόνια της Εικονομαχίας και θεωρείται ότι ανήκε στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγο του Θεοφίλου, η οποία την έκρυβε πίσω από τον καθρέφτη της στην κάμαρά της, εξ’ ού και το όνομα της εικόνας. Τα τεχνοτροπικά και εικονογραφικά στοιχεία της την τοποθετούν στο τέλος του 12ου αιώνα. Μια ακόμη εικόνα, αμφιπρόσωπη με την Παναγία Οδηγήτρια που φέρει επιγραφή: ΥΠΕΡ/ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ από τη μια μεριά, και την Σύναξη των Αρχαγγέλων από την άλλη, αποδίδεται στην καλλιτεχνική παραγωγή της Θεσσαλονίκης του τέλους του 13ου αιώνα και θεωρείται κορυφαίο έργο της αναγέννησης των Παλαιολόγων. Από το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα σώζονται πέντε εικόνες: η εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας, η λεγόμενη «Νησιώτισσα» ή «Μεσονησιώτισσα», η εικόνα του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας Οδηγήτριας, γνωστής ως «Φυλάττουσας», η αμφιπρόσωπη εικόνα με την Παναγία Οδηγήτρια στη μία πλευρά και την Σταύρωση στην άλλη, και η εικόνα της Παναγίας Ελεούσας. Πρόκειται για υψηλής αξίας έργα που φιλοτεχνήθηκαν σε καλλιτεχνικά εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης. Επίσης, η Μονή διαθέτει μεγάλο αριθμό εικόνων τέμπλου και προσκυνηματικών εικόνων που χρονολογούνται μεταξύ του 15ου και του 19ου αιώνα και παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέροντα τεχνοτροπικά και εικονογραφικά χαρακτηριστικά, ως απόρροια επιδράσεων από την κρητική τέχνη, από τα εργαστήρια της Μολδοβλαχίας καθώς και από τοπικά εργαστήρια.


Από τα δώρα των Μάγων στον γεννηθέντα Χριστό.

ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ, ΤΑ ΔΩΡΑ
ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΚΑΙ
ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ, ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Αναμφίβολα, το σημαντικότερο κειμήλιο της Μονής είναι το τεμάχιο Τιμίου Ξύλου που φέρει και την οπή από τα καρφιά του Εσταυρωμένου. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα τεμάχια Τιμίου Ξύλου που σώζονται, το οποίο δώρισε ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός στον κτήτορα της μονής, όσιο Παύλο τον Ξηροποταμινό. Επίσης, η Μονή διαθέτει δέκα πολύτιμα κιβωτίδια που περιέχουν πλακίδια των Τιμίων Δώρων (χρυσό, λίβανο και σμύρνα), τα οποία προσέφεραν οι μάγοι στον γεννηθέντα Χριστό. Τα Τίμια Δώρα προσέφερε στη Μονή η ευσεβής βασίλισσα Μάρω, κόρη του Σέρβου Μπράνκοβιτς (1428-1456), μεγάλου ευεργέτη της Μονής. Στους θησαυρούς της Μονής εντάσσεται το πλήθος θαυματουργών και μυροβλυζόντων τιμίων λειψάνων που ανήκουν σε περισσότερους από εκατό Αγίους της Εκκλησίας μας. Τα λείψανα φυλάσσονται σε περίτεχνες λειψανοθήκες στο Ιερό Βήμα του καθολικού και βγαίνουν για προσκύνηση κατά τη μνήμη των εορταζόμενων αγίων.


Ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, ιερομόναχος Παρθένιος, σε πρόσφατο κτητορικό μνημόσυνο.

Η Σημερινή Συνοδεία

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ

Σήμερα, η Μονή Αγίου Παύλου διαθέτει μια νέα και δυναμική συνοδεία, η οποία υπό την πνευματική καθοδήγηση του αγίου καθηγουμένου, αρχιμανδρίτη Παρθενίου (ηγούμενος από το 1974), διατηρεί τη σημαντική παρουσία της στον αγιορείτικο και στον ευρύτερο ορθόδοξο χώρο. Η παρουσία Ρουμάνων μοναχών έδωσε νέα ώθηση στην αδελφότητα. Οι οικοδομικές εργασίες που αναλήφθηκαν τα τελευταία χρόνια δείχνουν τη ζωντάνια της αδελφότητας και την αγάπη της για την ευπρεπή παρουσία της Μονής στο σύγχρονο κόσμο, με σεβασμό στην ιστορία της και στους προαπελθόντες πατέρες της.